Κάποτε, αν κάποιος δεν σου απαντούσε, μπορούσες να ελπίζεις. Μπορεί να έλειπε, μπορεί να μην το άκουσε, μπορεί να είχε δουλειά, μπορεί να ήταν στο μπάνιο, μπορεί να τον είχε καταπιεί προσωρινά η ζωή. Σήμερα υπάρχει το «seen». Δηλαδή η μικρή ψηφιακή απόδειξη ότι ο άλλος είδε το μήνυμα, το κατανόησε, το άφησε εκεί να ωριμάσει σαν τυρί και αποφάσισε να μην απαντήσει. Ευγενικό δεν το λες. Εκπαιδευτικό, ίσως.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Η Gen Z μεγάλωσε μέσα σε αυτήn τη νέα γραμματική της αναμονής. Μηνύματα, reactions, stories, καρδούλες, φλόγες, emoji, ηχογραφημένα, typing που εμφανίζεται και εξαφανίζεται σαν φάντασμα με κακή πρόθεση. Η επικοινωνία δεν είναι πια απλώς τι λέμε. Είναι πότε το είδαμε, πόσο αργήσαμε, αν απαντήσαμε με τελεία, αν βάλαμε θαυμαστικό, αν το «χα χα» είχε αρκετά «χα» ώστε να μη θεωρηθεί ψυχρό.
Το «seen» έγινε μικρή ψυχολογική δοκιμασία. Το είδε και δεν απάντησε. Γιατί; Θύμωσε; Βαρέθηκε; Δεν ενδιαφέρεται; Το σκέφτεται; Πέθανε κοινωνικά; Είναι με άλλον; Ή απλώς είναι άνθρωπος που άνοιξε το μήνυμα στο λεωφορείο και μετά τον πήρε η ζωή παραμάζωμα; Η λογική δίνει απαντήσεις. Το άγχος, βέβαια, προτιμά σενάρια Netflix.
Και κάπως έτσι, σχέσεις και φιλίες περνούν μέσα από μια διαρκή μικροερμηνεία. Το story το είδε. Το μήνυμα όχι. Στο group απάντησε. Σε μένα όχι. Έκανε like, αλλά δεν έστειλε. Έστειλε, αλλά ξερά. Η συναισθηματική ζωή μετατράπηκε σε ανάλυση δεδομένων χωρίς αμοιβή, όπου κάθε ειδοποίηση γίνεται στοιχείο και κάθε σιωπή πιθανή απόρριψη.
Δεν φταίνε μόνο οι νέοι. Μεγάλωσαν σε έναν κόσμο όπου η διαθεσιμότητα θεωρείται αυτονόητη. Αν έχεις κινητό, πρέπει κάπως να είσαι εκεί. Αν δεν απαντάς, κάτι σημαίνει. Αν απαντάς αργά, κάτι σημαίνει. Αν απαντάς αμέσως, πάλι κάτι σημαίνει, συνήθως ότι «δείχνεις πολύ διαθέσιμος», αυτή η τραγική κατηγορία ανθρώπινης τρυφερότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια γενιά που έχει άπειρους τρόπους να επικοινωνήσει, αλλά συχνά φοβάται την καθαρή κουβέντα. Είναι πιο εύκολο να στείλεις meme από το να πεις «μου έλειψες». Πιο ασφαλές να κάνεις reaction από το να πεις «με πείραξε». Πιο βολικό να αφήσεις κάποιον στο «seen» από το να πεις «δεν θέλω». Η σιωπή έγινε απάντηση, η υπεκφυγή έγινε τρόπος και η αμηχανία απέκτησε μπλε τικ.
Κι όμως, πίσω από όλο αυτό δεν υπάρχει κυνισμός. Υπάρχει φόβος. Οι νέοι θέλουν επικοινωνία, αλλά φοβούνται την έκθεση. Θέλουν εγγύτητα, αλλά χωρίς να φανούν ευάλωτοι. Θέλουν καθαρές απαντήσεις, αλλά συχνά δεν ξέρουν πώς να τις δώσουν.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη επανάσταση να είναι απλή: να απαντάς. Όχι πάντα αμέσως, όχι πάντα τέλεια, αλλά ανθρώπινα. Γιατί κανένα «seen» δεν πόνεσε τόσο, όσο η αίσθηση ότι κάποιος σε διάβασε και αποφάσισε να σε αφήσει αδιάβαστο.

