Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική παύει να είναι επιστήμη, τέχνη, ακόμη και επάγγελμα και γίνεται ένα ιδιότυπο κοινωνικό πείραμα. Ένα πείραμα στο οποίο εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούν με απορία, ενώ κάποιοι άλλοι επιμένουν να αποδεικνύουν ότι η ανθρώπινη ανοησία δεν έχει ούτε εκλογικό όριο ούτε ημερομηνία λήξης.
- του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι καινούργιο, αλλά παραμένει ενοχλητικά επίκαιρο: είναι ανίκητη η βλακεία;
Ο Αϊνστάιν φέρεται να είχε αποδώσει στην ανθρώπινη βλακεία το χαρακτηριστικό ότι είναι άπειρη. Είτε το είπε είτε όχι, η φράση έχει επιβιώσει γιατί περιγράφει κάτι που όλοι αναγνωρίζουμε και κανείς δεν θέλει να παραδεχθεί: η βλακεία δεν είναι απλώς η έλλειψη γνώσης. Η άγνοια διορθώνεται. Η βλακεία, όμως, έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Μπορεί να διαθέτει επιχειρήματα, αυτοπεποίθηση, κοινό, μικρόφωνο και, ενίοτε, θεσμικό αξίωμα.
Και αυτό είναι το πραγματικά επικίνδυνο. Γιατί ο έξυπνος άνθρωπος μπορεί να κάνει λάθος. Ο βλάκας, όμως, μπορεί να κάνει το λάθος ιδεολογία.
Η εποχή μας έχει μάλιστα προσφέρει στη βλακεία ένα τεράστιο τεχνολογικό πλεονέκτημα: της έδωσε πλατφόρμα. Παλαιότερα, για να ακουστεί μια ανοησία έπρεπε κάποιος να βρεθεί σε ένα καφενείο, σε μια παρέα ή σε ένα τηλεοπτικό παράθυρο. Σήμερα χρειάζεται απλώς ένα κινητό και μία σύνδεση στο διαδίκτυο. Η ανοησία ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός, αναπαράγεται, σχολιάζεται, γίνεται viral και επιστρέφει ενισχυμένη από τον αλγόριθμο.
Κάπως έτσι δημιουργείται η μεγάλη δημοκρατική παρεξήγηση της εποχής: ότι επειδή όλοι έχουν δικαίωμα να μιλούν, όλες οι απόψεις έχουν και την ίδια αξία. Δεν έχουν
Η δημοκρατία προστατεύει το δικαίωμα της άποψης. Δεν εγγυάται την ποιότητά της.
Και εδώ αρχίζει το πολιτικό πρόβλημα. Διότι η πολιτική εξουσία έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να επιβραβεύει όχι πάντοτε τον πιο ικανό, αλλά συχνά τον πιο αποτελεσματικό στην παραγωγή εντυπώσεων. Το σύνθημα κερδίζει την ανάλυση. Η υπερβολή νικά την τεκμηρίωση. Η βεβαιότητα επικρατεί της αμφιβολίας. Και ο πολιτικός που λέει «δεν γνωρίζω» κινδυνεύει να θεωρηθεί λιγότερο επαρκής από εκείνον που έχει έτοιμη απάντηση για τα πάντα.
Ακόμη κι όταν η απάντηση είναι λάθος.
Είναι ίσως ένα από τα παράδοξα της δημοκρατίας: η κοινωνία χρειάζεται περισσότερο από ποτέ γνώση, σύνθετη σκέψη και σοβαρότητα, αλλά το πολιτικό σύστημα ανταμείβει συχνά την απλοποίηση. Όχι επειδή οι πολίτες είναι ανόητοι. Αλλά επειδή η πραγματικότητα είναι δύσκολη και η απλοποιημένη εκδοχή της είναι πολύ πιο εύπεπτη. Το «φταίνε αυτοί» πουλάει καλύτερα από μια εξήγηση 500 λέξεων για το γιατί δεν λειτουργεί η οικονομία. Το «θα τα αλλάξουμε όλα» ακούγεται καλύτερα από ένα κοστολογημένο σχέδιο. Το «υπάρχει εύκολη λύση» είναι πάντοτε πιο δημοφιλές από το «δεν υπάρχει εύκολη λύση». Και κάπως έτσι η βλακεία αποκτά πολιτική χρησιμότητα.
Δεν χρειάζεται πλέον να είναι απλώς βλακεία. Μπορεί να είναι αφήγημα.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι υπάρχουν ανόητοι άνθρωποι. Αυτό ήταν ανέκαθεν δεδομένο. Το πρόβλημα είναι όταν η ανοησία οργανώνεται, αποκτά κοινότητα, μετατρέπεται σε πολιτικό προϊόν και τελικά απαιτεί να αντιμετωπίζεται ως ισότιμη με τη γνώση.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η βλακεία δεν βρίσκεται πάντοτε απέναντι από την εξουσία. Μερικές φορές βρίσκεται μέσα της. Εκεί γίνεται πραγματικά επικίνδυνη. Γιατί ένας ιδιώτης μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει. Ένας υπουργός, ένας βουλευτής ή ένας κυβερνητικός αξιωματούχος, όμως, παίρνει αποφάσεις που αφορούν εκατομμύρια ανθρώπους. Το προσωπικό λάθος τότε παύει να είναι προσωπικό. Γίνεται δημόσιο κόστος.
Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων που δεν ήταν κατ’ ανάγκη κακοί, αλλά ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι είχαν δίκιο. Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη μορφή βλακείας: όχι εκείνη που δεν γνωρίζει, αλλά εκείνη που δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον εαυτό της. Η αυτοκριτική είναι, τελικά, το καλύτερο εμβόλιο απέναντί της. Όποιος μπορεί να πει «ίσως κάνω λάθος», έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τη λογική. Όποιος πιστεύει ότι δεν κάνει ποτέ λάθος, βρίσκεται συνήθως ένα βήμα πριν από την καταστροφή -και αρκετά βήματα πριν από την αυτογνωσία.
Άρα, είναι ανίκητη η βλακεία; Όχι. Αλλά είναι εξαιρετικά ανθεκτική. Νικιέται με παιδεία, θεσμούς, πολιτική που εξηγεί αντί να χειραγωγεί και πολίτες που δεν χειροκροτούν απλώς όποιον τους λέει αυτό που θέλουν να ακούσουν. Κυρίως, όμως, νικιέται όταν σταματήσουμε να τη θεωρούμε χαριτωμένη.
Γιατί η βλακεία ως προσωπικό χαρακτηριστικό μπορεί να είναι απλώς κωμική. Η βλακεία ως πολιτική δύναμη είναι τραγωδία. Και το μόνο πράγμα που την κάνει πραγματικά ανίκητη είναι η δική μας παραίτηση από την ανάγκη να σκεφτόμαστε.
Όσο λιγότερη σκέψη απαιτεί μια πολιτική απάντηση, τόσο περισσότερο πρέπει να φοβόμαστε την ευκολία της.
Η βλακεία δεν είναι ανίκητη. Απλώς έχει μάθει να ψηφίζει.

