Η νέα απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει κατά 25 μονάδες βάσης τα βασικά της επιτόκια αποτελεί μία ακόμη δύσκολη παράμετρο για την ευρωπαϊκή και, ασφαλώς, για την ελληνική οικονομία. Από τις 16 Σεπτεμβρίου, το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων διαμορφώνεται στο 2,50%, το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Πρόκειται για τη δεύτερη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης μέσα στο 2026, μετά την αντίστοιχη απόφαση του Ιουνίου. Η ΕΚΤ επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις αναζωπυρωμένες πληθωριστικές πιέσεις, που συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την ενεργειακή αναταραχή και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Όμως, κάθε αύξηση των επιτοκίων έχει δύο όψεις. Μπορεί να λειτουργεί ως ανάχωμα στον πληθωρισμό, ταυτόχρονα όμως αυξάνει το κόστος του χρήματος, περιορίζει τη ζήτηση για πιστώσεις και επιβαρύνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Για την Ελλάδα το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η οικονομία μας στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση. Η αύξηση του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ δεν μεταφέρεται μηχανικά και ισόποσα σε κάθε επιχειρηματικό δάνειο, αλλά δημιουργεί σαφή ανοδική πίεση στο κόστος χρηματοδότησης.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος είναι αποκαλυπτικά. Τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις ήταν 4,67%, ενώ για τα νέα δάνεια προς ΜμΕ με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν 4,45%. Για δάνεια έως 250.000 ευρώ, δηλαδή για χρηματοδοτήσεις που αφορούν ιδιαίτερα τις μικρότερες επιχειρήσεις, το μέσο επιτόκιο έφθανε ήδη στο 5,07%. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τα δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια είχαν μέσο επιτόκιο 6,91%.
Αυτά τα επίπεδα καταγράφονταν πριν από τη νέα αύξηση της ΕΚΤ. Συνεπώς, το πραγματικό ερώτημα για την αγορά είναι πόση από τη νέα αύξηση θα περάσει στα τραπεζικά επιτόκια και πόσο γρήγορα.
Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται μόνο στις υφιστάμενες δανειακές υποχρεώσεις. Αφορά κυρίως τις αποφάσεις για το αύριο. Όταν αυξάνεται το κόστος κεφαλαίου, μια επένδυση που μέχρι χθες ήταν οικονομικά βιώσιμη, μπορεί σήμερα να γίνει οριακή. Μια μικρή επιχείρηση μπορεί να αναβάλει την ανανέωση του εξοπλισμού της, την ψηφιακή ή ενεργειακή αναβάθμιση, μια πρόσληψη ή ένα σχέδιο εξωστρέφειας.
Δημιουργείται έτσι ένας κίνδυνος διπλής πίεσης. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν υψηλότερο ενεργειακό και λειτουργικό κόστος. Από την άλλη, ακριβώς τη στιγμή που χρειάζονται περισσότερη ρευστότητα για κεφάλαιο κίνησης, αποθέματα και επενδύσεις, η χρηματοδότηση γίνεται ακριβότερη.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στο επιτοκιακό περιθώριο μεταξύ καταθέσεων και δανείων. Τον Ιούλιο, το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,39%, έναντι 4,67% των νέων δανείων, με τη διαφορά να διαμορφώνεται στις 4,28 ποσοστιαίες μονάδες. Η αγορά εύλογα αναμένει μια περισσότερο ισορροπημένη προσαρμογή και από την πλευρά των αποδόσεων των καταθέσεων.
Δεν πρέπει, επίσης, να υποτιμήσουμε τη δεύτερη επίπτωση των υψηλότερων επιτοκίων, που είναι η συγκράτηση της κατανάλωσης. Ακριβότερα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια σημαίνουν μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα και μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα των νοικοκυριών. Και όταν περιορίζεται η κατανάλωση, το αποτέλεσμα περνά άμεσα στον τζίρο του λιανικού εμπορίου και στη ρευστότητα των ΜμΕ.
Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ έχει ασφαλώς ως πρωταρχικό στόχο τη σταθερότητα των τιμών. Ωστόσο, η καταπολέμηση ενός πληθωρισμού που τροφοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από εξωγενείς ενεργειακούς και γεωπολιτικούς παράγοντες δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στο εργαλείο των επιτοκίων. Το κόστος της προσαρμογής δεν πρέπει να μεταφερθεί δυσανάλογα στην πραγματική οικονομία.
Για τον επιχειρηματικό κόσμο απαιτείται επομένως ένα παράλληλο πλέγμα παρεμβάσεων με περισσότερα χρηματοδοτικά εργαλεία με εγγυήσεις και αξιοποίηση των πόρων των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, διεύρυνση της πρόσβασης των μικρότερων επιχειρήσεων σε δανεισμό και ουσιαστικότερος ανταγωνισμός στο τραπεζικό σύστημα.
Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από επενδύσεις, παραγωγική αναβάθμιση, εξωστρέφεια και νέες θέσεις εργασίας. Όλα αυτά χρειάζονται χρηματοδότηση σε λογικό κόστος. Οι προοπτικές πάντως εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από έντονη αβεβαιότητα και συγκεκριμένα οι κίνδυνοι είναι ανοδικοί για τον πληθωρισμό και καθοδικοί για την ανάπτυξη. Η μάχη κατά του πληθωρισμού πρέπει όμως να κερδηθεί χωρίς να χαθεί η μάχη της ανάπτυξης.
Η νέα αύξηση των επιτοκίων μπορεί να είναι κατανοητή ως επιλογή νομισματικής πολιτικής απέναντι στην επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων. Δεν πρέπει, όμως, να εξελιχθεί σε ένα νέο φρένο για τις επιχειρήσεις που επενδύουν και παράγουν. Για τις ΜμΕ, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να υπάρχει διαθέσιμη χρηματοδότηση, αλλά να υπάρχει προσβάσιμη και βιώσιμη χρηματοδότηση.

