Η υπόθεση του θανάτου ενός νέου ανθρώπου στο Άργος, έπειτα από πυροβολισμούς αστυνομικών, δεν θέτει μόνο το ζήτημα της επιχειρησιακής διαχείρισης ενός περιστατικού. Φέρνει ξανά στην επιφάνεια κάτι βαθύτερο… τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η αναπηρία και ειδικά η διαφορετική συμπεριφορά.
- Στέλιος Κυμπουρόπουλος
Η φράση «τι δουλειά είχε ένας αυτιστικός άνθρωπος να οδηγεί;», που έχει ακουστεί πολλάκις αυτές τις μέρες, είναι αποκαλυπτική. Δεν πρόκειται απλώς για μια άστοχη κουβέντα. Είναι η συμπύκνωση μιας ολόκληρης αντίληψης, σύμφωνα με την οποία οι αυτιστικοί άνθρωποι δεν οδηγούν, δεν κυκλοφορούν μόνοι τους, δεν εργάζονται, δεν λαμβάνουν αποφάσεις και δεν έχουν ανεξάρτητη καθημερινότητα.
Με άλλα λόγια, η διάγνωση μετατρέπεται σε προδιαγεγραμμένο όριο ζωής.
Όμως ένας άνθρωπος δεν ορίζεται από τη διάγνωσή του. Ο αυτισμός δεν περιγράφει μία ενιαία προσωπικότητα, μία συγκεκριμένη ικανότητα ή έναν προκαθορισμένο τρόπο ζωής. Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικές δυνατότητες, ανάγκες, δεξιότητες και τρόπους επικοινωνίας. Κάποιοι αυτιστικοί άνθρωποι χρειάζονται εκτεταμένη υποστήριξη. Άλλοι ζουν απολύτως ανεξάρτητα. Και πολλοί βρίσκονται κάπου ανάμεσα, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλους τους ανθρώπους.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι ένας αυτιστικός άνθρωπος μπορεί, σε μια κατάσταση έντασης, να αντιδράσει διαφορετικά από εκείνο που αναμένει ο απέναντί του. Μπορεί να μην υπακούσει αμέσως σε μια εντολή, να δυσκολευτεί να επεξεργαστεί γρήγορα όσα συμβαίνουν, να πανικοβληθεί, να αποφύγει τη βλεμματική επαφή ή να κινηθεί με τρόπο που δεν γίνεται εύκολα κατανοητός.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θέλει να συνεργαστεί.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Η διαφορετική συμπεριφορά δεν μπορεί να ερμηνεύεται αυτομάτως ως επιθετικότητα, επικινδυνότητα ή άρνηση συμμόρφωσης. Η αντίδραση ενός ανθρώπου πρέπει να αξιολογείται με γνώση, ψυχραιμία και πραγματικά δεδομένα, όχι μέσα από στερεότυπα.
Ίσως αν ο ίδιος άνθρωπος βρισκόταν δίπλα στη μητέρα του ή σε κάποιο άλλο οικείο πρόσωπο, η συμπεριφορά του να ερμηνευόταν διαφορετικά. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να χρειάζεται περισσότερο χρόνο ή διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Όταν όμως ένας ανάπηρος άνθρωπος βρίσκεται μόνος του, τότε αποκαλύπτεται αν οι θεσμοί είναι πραγματικά εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν τη διαφορετικότητα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συμπεριφορά των δύο αστυνομικών, όπως έχει μέχρι σήμερα γίνει γνωστή, είναι απολύτως καταδικαστέα και πρέπει να υπάρξουν πλήρης διερεύνηση και ουσιαστική λογοδοσία. Για αυτό και χρειάζεται σοβαρή και συστηματική εκπαίδευση της Αστυνομίας και όλων των υπηρεσιών πρώτης ανταπόκρισης. Η γνώση γύρω από τον αυτισμό και τις νοητικές και ψυχοκοινωνικές συμπεριφορές δεν αποτελεί συμπληρωματικό προσόν. Είναι βασικό εργαλείο για την ανάδειξη της ανθρώπινης ζωής.
Καθημερινά, οι ανάπηροι άνθρωποι και οι οικογένειές τους δίνουνε μάχες για την αυτονομία, την ισότιμη συμμετοχή και το δικαίωμα να ζούνε χωρίς τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι προκαταλήψεις.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντιμετωπίζονται οι ανάπηροι άνθρωποι ως ευάλωτοι από τη φύση τους. Το ζητούμενο είναι να πάψει η κοινωνία να τους καθιστά ευάλωτους επειδή δεν τους κατανοεί.
Μέχρι να συμβεί αυτό, θα συνεχίσουμε να γινόμαστε ορατοί και να διεκδικούμε το αυτονόητο: η διαφορετικότητα να μην αντιμετωπίζεται ως απειλή, αλλά ως μέρος της ανθρώπινης ζωής.

