Η πολιτική επικοινωνία δανείζεται από το μάρκετινγκ ένα δίδυμο που κρίνει τα πάντα. Το push και το pull.
Το push είναι το πανό, το spot, η αφίσα, η ανάρτηση που σπρώχνει το όνομα του υποψηφίου μπροστά στα μάτια του πολίτη, θέλει δε θέλει.
Το pull είναι κάτι πολύ πιο σπάνιο είναι η στιγμή που ο πολίτης αναγνωρίζει μόνος του την αξία ενός υποψηφίου, και τον αναζητά χωρίς να τον πιέζει κανείς.
Στην πολιτική, το push είναι απαραίτητο αλλά ανεπαρκές. Χιλιάδες αφίσες μπορούν να χτίσουν αναγνωρισιμότητα, όχι όμως εμπιστοσύνη. Το πραγματικό κεφάλαιο μιας υποψηφιότητας δεν είναι το πόσο φωνάζει, αλλά το πόσο σιωπηλά μιλούν γι’ αυτήν οι άλλοι όταν ο υποψήφιος δεν είναι παρών.
Εκεί μπαίνει το σύστημα από στόμα σε στόμα, η πιο ισχυρή μορφή pull που υπάρχει.
Ένας γείτονας που λέει “αυτόν τον ξέρω, δουλεύει” αξίζει περισσότερο από δέκα διαφημιστικές καταχωρήσεις. Η σύσταση δεν αγοράζεται, κερδίζεται με έργο, με παρουσία, με συνέπεια ανάμεσα σε αυτά που λες και σε αυτά που κάνεις.
Το λάθος που κάνουν πολλοί υποψήφιοι είναι ότι επενδύουν όλη τους την ενέργεια στο push, νομίζοντας ότι η ένταση της προβολής ισοδυναμεί με πειθώ. Ξοδεύουν στο “φαίνομαι” και παραμελούν το “αξίζω”.
Όμως ο πολίτης σήμερα είναι κορεσμένος από ώθηση· έχει μάθει να φιλτράρει τη διαφήμιση και να εμπιστεύεται τον κύκλο του, την οικογένεια, τον φίλο, τον συνάδελφο που του λέει “πήγαινε δες τον, αξίζει”.
Γι’ αυτό η στρατηγική μιας σοβαρής καμπάνιας δεν πρέπει να στοχεύει μόνο στο να πείσει διά της βίας, αλλά να χτίσει νόημα και εμπειρία που ο πολίτης θα μεταφέρει μόνος του σε άλλους.
Το push ανοίγει την πόρτα.
Το pull,και ιδίως το στόμα σε στόμα, είναι αυτό που σε κάνει να μπεις, να μείνεις, και τελικά να ψηφίσεις.

