Η απάντηση μπορεί να κρύβεται σε κάτι που κανένα status, σπίτι ή επαγγελματικό milestone δεν μπορεί να αντικαταστήσει
Μισθός, καριέρα, ένα καλύτερο σπίτι, περισσότερα ταξίδια, το σώμα που θέλουμε, λίγη ακόμη επιβεβαίωση. Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας να αντιμετωπίζουμε την ευτυχία περίπου σαν checklist. Κάπου εκεί υπάρχει πάντα ένα επόμενο πράγμα που υποτίθεται ότι, μόλις το αποκτήσουμε, θα μας κάνει να αισθανθούμε επιτέλους καλά.
Μόνο που δύο ψυχολόγοι προτείνουν μια πολύ πιο απλή απάντηση.
Η Sonja Lyubomirsky, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο UC Riverside, και ο Harry Reis, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Rochester, στρέφουν την προσοχή σε μία από τις πιο βασικές ανθρώπινες ανάγκες: να νιώθουμε ότι μας αγαπούν.
Και αυτό αφορά πολύ περισσότερα από τον έρωτα. Αφορά τους ανθρώπους στους οποίους μπορούμε να τηλεφωνήσουμε χωρίς δεύτερη σκέψη, τις φιλίες στις οποίες δεν χρειάζεται να αποδείξουμε κάτι, τις σχέσεις όπου μπορούμε να εμφανιστούμε και στις λιγότερο Instagrammable εκδοχές του εαυτού μας.
Είμαστε φτιαγμένοι για να έχουμε ανθρώπους γύρω μας
Η ανάγκη για σύνδεση ξεκινά πριν αποκτήσουμε καν λέξεις για να την περιγράψουμε. Όπως εξηγεί ο Reis, από τη στιγμή που γεννιόμαστε εξαρτόμαστε από κάποιον άλλο για τη φροντίδα και την επιβίωσή μας. Μεγαλώνοντας αποκτούμε ανεξαρτησία, όμως η ανάγκη να ανήκουμε κάπου δεν εξαφανίζεται μαζί με την παιδική ηλικία.
Η μοναξιά, σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά διαφορετικό βάρος. Η παρατεταμένη κοινωνική απομόνωση έχει συνδεθεί με επιπτώσεις στην ψυχική υγεία και τη μακροζωία. Λειτουργεί σχεδόν σαν συναγερμός που μας υπενθυμίζει ότι κάτι λείπει από το δίκτυο των ανθρώπινων σχέσεών μας.
Και κάπου εδώ αρχίζει ένα παράδοξο. Όταν αισθανόμαστε μόνοι, μπορεί να κάνουμε ακριβώς αυτό που μας απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τους άλλους.
Όταν η μοναξιά μάς κάνει να κλεινόμαστε περισσότερο
Η απόσυρση είναι μια συνηθισμένη αντίδραση στην αποσύνδεση. Αρχίζουμε να σκεφτόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς, αποφεύγουμε τους άλλους και σταδιακά περιορίζουμε ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες ουσιαστικής επαφής.
Υπάρχει και μια δεύτερη παγίδα, ιδιαίτερα γνώριμη σε μια εποχή όπου όλοι έχουμε μάθει να επιμελούμαστε λίγο ή πολύ την εικόνα μας. Θέλουμε να αγαπηθούμε, αλλά ταυτόχρονα φοβόμαστε να δείξουμε όσα θεωρούμε λιγότερο ελκυστικά πάνω μας.
Έτσι παρουσιάζουμε την καλύτερη εκδοχή μας. Την ψύχραιμη, την επιτυχημένη, την αστεία, εκείνη που τα έχει όλα υπό έλεγχο.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη Lyubomirsky, είναι ότι αν κάποιος γνωρίζει μόνο αυτή την προσεκτικά φιλτραρισμένη εκδοχή, δύσκολα μπορούμε να αισθανθούμε ολοκληρωτικά αποδεκτοί. Πάντα μένει κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού η σκέψη: «Θα ήταν ακόμα εδώ αν με ήξερε πραγματικά;»
Θέλεις περισσότερη αγάπη; Ξεκίνα από τους άλλους
Το ενδιαφέρον στην προσέγγιση των δύο ψυχολόγων βρίσκεται στο τι μπορούμε να κάνουμε στην πράξη. Αντί να περιμένουμε παθητικά να εμφανιστούν άνθρωποι που θα μας κάνουν να αισθανθούμε αγαπητοί, μπορούμε να αρχίσουμε προσφέροντας εμείς αυτό το συναίσθημα.
Και συνήθως δεν χρειάζονται μεγάλες χειρονομίες.
Χρειάζεται να ρωτήσεις κάποιον πώς είναι και να θέλεις πραγματικά να ακούσεις την απάντηση. Να θυμηθείς κάτι που σου είπε πριν από μία εβδομάδα. Να κάνεις μία δεύτερη ερώτηση αντί να επιστρέψεις αμέσως τη συζήτηση στον εαυτό σου. Να ακούσεις χωρίς να ετοιμάζεις παράλληλα στο μυαλό σου την επόμενη ατάκα.
Η περιέργεια για τον άνθρωπο απέναντί μας και η ενεργή ακρόαση δημιουργούν χώρο για οικειότητα. Όταν κάποιος αισθάνεται ότι τον βλέπουμε, τον ακούμε και ενδιαφερόμαστε πραγματικά γι’ αυτόν, αυξάνονται οι πιθανότητες να στραφεί προς εμάς με την ίδια διάθεση.
Κάπως έτσι η ευτυχία παύει να μοιάζει με έναν μακρινό προορισμό που περιμένει μετά την επόμενη προαγωγή, αγορά ή προσωπικό milestone.
Μπορεί να βρίσκεται ήδη σε εκείνο το μήνυμα που στέλνεις χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Στο τραπέζι όπου κάποιος σε ακούει μέχρι το τέλος. Στον φίλο που γνωρίζει και τις όχι τόσο κολακευτικές ιστορίες σου και συνεχίζει να σηκώνει το τηλέφωνο.
Ίσως τελικά ένα μεγάλο μέρος της να κρύβεται σε κάτι πολύ καθημερινό: να έχουμε ανθρώπους που μας γνωρίζουν πραγματικά και, παρ’ όλα αυτά, επιλέγουν να μένουν.

