- του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου, Δημοσιογράφος
Υπάρχουν εποχές που οι κοινωνίες διαφωνούν. Υπάρχουν και εποχές που απλώς σηκώνουν τους ώμους. Η δική μας μοιάζει όλο και περισσότερο με τη δεύτερη. Απέναντι στην ακρίβεια, στην ανασφάλεια, στη θεσμική κόπωση, στην πολιτική αδυναμία, στην υποχώρηση της εμπιστοσύνης, στην αγωνία για το αύριο, η πιο χαρακτηριστική απάντηση της εποχής είναι ίσως δύο λέξεις: «ωχ αδερφέ».
Ωχ αδερφέ με την πολιτική. Ωχ αδερφέ με τους θεσμούς. Ωχ αδερφέ με την κοινωνία. Ωχ αδερφέ με όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητο καθήκον μας να συζητήσουμε, να αμφισβητήσουμε, να αλλάξουμε.
Το «ωχ αδερφέ» δεν είναι απλώς μια έκφραση αδιαφορίας. Είναι μια ολόκληρη κοινωνική συμπεριφορά. Είναι η παραίτηση από την προσπάθεια να καταλάβουμε. Είναι η εύκολη αποδοχή ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Είναι η κυνική πεποίθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει και επομένως δεν αξίζει ούτε να ασχοληθούμε.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό υπάρχει μια απουσία που γίνεται όλο και πιο αισθητή: η απουσία των διανοουμένων από την κοινωνική ζωή.
Όχι, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι με γνώσεις, πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, καλλιτέχνες, επιστήμονες, άνθρωποι που μελετούν και παράγουν έργο. Υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι η δημόσια παρέμβασή τους.
Εκείνη η παρέμβαση που δεν ενδιαφέρεται απλώς να σχολιάσει την επικαιρότητα, αλλά να την ερμηνεύσει. Που δεν περιορίζεται στο να πει «αυτό είναι απαράδεκτο», αλλά επιχειρεί να εξηγήσει γιατί συμβαίνει και τι θα μπορούσε να το αντικαταστήσει.
Κάποτε ο διανοούμενος αισθανόταν ότι είχε μια ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Να ενοχλήσει. Να αμφισβητήσει. Να υπερασπιστεί την ελευθερία απέναντι στην εξουσία, αλλά και την αλήθεια απέναντι στη δημοφιλή ανοησία.
Σήμερα, συχνά μοιάζει να έχουμε αντικαταστήσει τον διανοούμενο με τον σχολιαστή.
Και τον σχολιαστή με το πρόσωπο που απλώς έχει άποψη.
Το διαδίκτυο έκανε τη δημοκρατία της έκφρασης πραγματικότητα. Όλοι μπορούν να μιλήσουν. Αυτό είναι κατάκτηση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν καταλήγουμε να πιστεύουμε ότι επειδή όλοι έχουμε δικαίωμα στην άποψη, όλες οι απόψεις έχουν και την ίδια αξία.
Ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Γερμανός φιλόσοφος, καθολικός θεολόγος και θεωρητικός του πολιτισμού, γεννημένος το 1959 στη Νότια Κορέα) έχει περιγράψει μια κοινωνία κατακλυσμένη από πληροφορία, στην οποία όμως η πληροφορία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε γνώση ή σοφία. Η υπερβολική έκθεση, η ταχύτητα και η διαρκής απαίτηση για αντίδραση μπορούν να εξαντλήσουν την ικανότητά μας να σταθούμε απέναντι στα πράγματα με απόσταση και κρίση. Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει στον δημόσιο χώρο.
Πρέπει να έχουμε άποψη τώρα. Να απαντήσουμε τώρα. Να καταδικάσουμε τώρα. Να πανηγυρίσουμε τώρα. Να θυμώσουμε τώρα.
Δεν υπάρχει χρόνος για το «ας το σκεφτούμε». Δεν υπάρχει χώρος για το «δεν ξέρω». Και ακόμη λιγότερος χώρος για το «ίσως κάνουμε λάθος».
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας είχε μιλήσει για τη σημασία της δημόσιας σφαίρας ως χώρου όπου οι πολίτες μπορούν να συζητούν και να διαμορφώνουν συλλογικές κρίσεις. Σήμερα η δημόσια σφαίρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν αδιάκοπο θόρυβο, όπου όλοι μιλούν, αλλά ελάχιστοι πραγματικά συνομιλούν.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται το «ωχ αδερφέ». Γιατί η αδιαφορία είναι τελικά πολύ πιο εύκολη από την ευθύνη. Είναι ευκολότερο να πεις «όλοι ίδιοι είναι» παρά να ψάξεις ποιος πραγματικά ευθύνεται. Είναι ευκολότερο να πεις «τίποτα δεν αλλάζει» παρά να αναζητήσεις τι μπορεί να αλλάξει. Είναι ευκολότερο να ειρωνευτείς εκείνον που προτείνει κάτι διαφορετικό παρά να μπεις στον κόπο να εξετάσεις την πρότασή του.
Κι έτσι η κοινωνία χάνει σταδιακά όχι μόνο τη διάθεση για αλλαγή, αλλά και την ικανότητα να φανταστεί την αλλαγή. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο έλλειμμα της εποχής μας. Δεν έχουμε έλλειψη καταγγελιών. Έχουμε έλλειψη εναλλακτικών ιδεών. Δεν έχουμε έλλειψη ανθρώπων που λένε τι δεν πάει καλά. Έχουμε έλλειψη ανθρώπων που μπορούν να περιγράψουν πειστικά τι θα μπορούσε να πάει καλύτερα.
Και εδώ βρίσκεται η ευθύνη της διανόησης. Ο διανοούμενος δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο μιας κοινωνίας. Δεν είναι κάποιος που εμφανίζεται σε μια εκδήλωση, γράφει ένα δύσκολο κείμενο και επιστρέφει στο γραφείο του. Ο ρόλος του είναι να λειτουργεί ως αντίβαρο στην ευκολία. Να υπενθυμίζει ότι τα πράγματα είναι πιο σύνθετα απ’ όσο δείχνουν. Ότι η δημοκρατία χρειάζεται επιχειρήματα. Ότι η ελευθερία χρειάζεται παιδεία. Ότι η κοινωνική πρόοδος χρειάζεται ιδέες. Και κυρίως, ότι δεν πρέπει να συνηθίσουμε το «ωχ αδερφέ».
Γιατί μια κοινωνία που απαντά με «ωχ αδερφέ» σε κάθε πρόβλημα, κάποια στιγμή θα απαντήσει έτσι και στο δικό της μέλλον. Και τότε δεν θα φταίνε μόνο όσοι κυβέρνησαν λάθος, όσοι αποφάσισαν λάθος ή όσοι σιώπησαν όταν έπρεπε να μιλήσουν. Θα έχουμε ευθύνη κι εμείς. Επειδή κάποια στιγμή, αντί να απαιτήσουμε περισσότερη σκέψη, περισσότερη γνώση, περισσότερη συμμετοχή, προτιμήσαμε να σηκώσουμε τους ώμους και να πούμε: «Ωχ αδερφέ…».
Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη πολιτική στάση απ’ όλες.
Γιατί ο κυνισμός δεν φωνάζει… Απλώς παραιτείται.

