Τα παλαιότερα χρόνια συνηθιζόταν το τηλέφωνο να χτυπά και κάποιος να το σηκώνει. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς ψυχολογική προετοιμασία, χωρίς να στείλει προηγουμένως το απολύτως απαραίτητο μήνυμα: «Μπορώ να σε πάρω;». Η ανθρωπότητα επέζησε, αλλά η Gen Z έχει κάθε δικαίωμα να κοιτά αυτή τη συνήθεια όπως κοιτάμε σήμερα τις φωτογραφίες ανθρώπων που κάπνιζαν μέσα σε αεροπλάνα: με ενδιαφέρον, αλλά και με εύλογη ανησυχία.
- του ΓΙΩΡΓΟΥ Ν. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
Για έναν εικοσάχρονο, το κινητό που χτυπά ξαφνικά δεν σημαίνει απαραιτήτως «κάποιος θέλει να μιλήσουμε». Σημαίνει κατά σειρά πιθανότητας: συνέβη κάτι σοβαρό, έγινε κάποιο λάθος, κάποιος συγγενής χρειάζεται βοήθεια ή ένας άγνωστος αριθμός θέλει να του πουλήσει ασφάλεια ζωής. Η απλή εκδοχή ότι ένας φίλος ήθελε να πει «τι κάνεις;» θεωρείται σχεδόν υπερβολικά αισιόδοξη. Και αν η κλήση είναι από τη μητέρα, τότε το «έλα, τίποτα δεν έγινε» δεν καθησυχάζει· απλώς ανεβάζει τον βαθμό συναγερμού.
Η αντίφαση είναι πως η ίδια γενιά μπορεί να στείλει φωνητικό μήνυμα διάρκειας τεσσάρων λεπτών και δεκαεπτά δευτερολέπτων, με τρεις παρενθέσεις, δύο αναστεναγμούς και μία ξαφνική αλλαγή θέματος. Αλλά η τηλεφωνική συνομιλία την αγχώνει. Διότι το φωνητικό έχει το μεγάλο πλεονέκτημα της πολιτισμένης απόστασης: το ακούς όταν είσαι έτοιμος, το σταματάς όταν κουράζεσαι και, αν χρειαστεί, προσποιείσαι ότι δεν το είδες ποτέ. Η κλήση είναι ζωντανή μετάδοση. Δεν έχει παύση, δεν έχει πρόχειρη απάντηση, δεν έχει το σωτήριο «θα το δω και θα σου πω».
Στον κόσμο των μηνυμάτων, η επικοινωνία έχει αποκτήσει εθιμοτυπία. Πρώτα στέλνεις «έχεις δύο λεπτά;». Μετά εξηγείς, με μια πρόταση, το θέμα. Και μόνο στο τέλος τηλεφωνείς. Το να καλείς χωρίς αυτή τη μικρή τελετουργία μοιάζει με το να εμφανίζεσαι απρόσκλητος σε σπίτι Κυριακή μεσημέρι: μπορεί να έχεις καλή πρόθεση, αλλά θα βρεις τον άλλον με φόρμα, κουβέρτα και υπαρξιακή άρνηση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία. Η Gen Z δεν αποφεύγει την επικοινωνία, αλλά αποφεύγει την αιφνιδιαστική εισβολή της. Θέλει να ξέρει ποιος, γιατί και, κυρίως, για πόση ώρα. Θέλει, με άλλα λόγια, να βάλει ημερομηνία λήξης ακόμη και στην κουβέντα. Σε μια καθημερινότητα γεμάτη ειδοποιήσεις, απαιτήσεις και μηνύματα που περιμένουν απάντηση, η απροειδοποίητη κλήση μοιάζει με κάποιον που χτυπά την πόρτα χωρίς να έχει στείλει πρώτα μήνυμα.
Δεν πρόκειται για αγένεια. Είναι μια νέα μορφή ορίων, λίγο υπερβολική ίσως, αλλά καθόλου παράλογη. Η νέα ενηλικίωση δεν φοβάται τη συζήτηση, αλλά φοβάται το «καλημέρα, σε πήρα έτσι». Και αν τολμήσεις να καλέσεις χωρίς άδεια, τουλάχιστον να έχεις κάτι σοβαρό να πεις. Ιδανικά, όχι απλώς «πού είσαι;».

