Κόρη Τούρκων πολιτικών προσφύγων, νομικός και μητέρα δύο παιδιών, οδήγησε την Αριστερά στην πρώτη θέση – Το στεγαστικό πρόβλημα, η πολιτική διαδρομή και οι αντιπαραθέσεις που σημάδεψαν την εκστρατεία της
Η Ελίφ Εράλπ είναι η μεγάλη νικήτρια των εκλογών στο Βερολίνο και πλέον το φαβορί για να αναλάβει την ηγεσία της γερμανικής πρωτεύουσας. Δεν είναι, ωστόσο, ακόμη επίσημα η νέα δήμαρχος.
Στο Βερολίνο, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα πόλη και ομόσπονδο κρατίδιο, ο ή η κυβερνώσα δήμαρχος δεν εκλέγεται απευθείας από τους πολίτες. Εκλέγεται από τη νέα τοπική Βουλή, αφού προηγηθούν οι διαπραγματεύσεις και η συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού.
Η Αριστερά, Die Linke, αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με περίπου 24,5%, αλλά δεν διαθέτει αυτοδυναμία. Η Εράλπ ανακοίνωσε ήδη ότι θέλει να γίνει κυβερνώσα δήμαρχος και αναμένεται να επιδιώξει συμφωνία με τους Πράσινους και το SPD. Εάν το σχήμα αυτό συγκεντρώσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα γίνει η πρώτη γυναίκα τουρκικής καταγωγής που θα ηγηθεί της γερμανικής πρωτεύουσας.
Οι γονείς της έφυγαν κυνηγημένοι από την Τουρκία
Η προσωπική ιστορία της Εράλπ συνδέεται στενά με την πολιτική ιστορία της Τουρκίας και τη μεγάλη μεταναστευτική κοινότητα της Γερμανίας.
Οι γονείς της ήταν σοσιαλιστές και συνδικαλιστές. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, εγκατέλειψαν την Τουρκία λόγω πολιτικών διώξεων και κατέφυγαν στη Δυτική Γερμανία.
Η μητέρα της ήταν ήδη οκτώ μηνών έγκυος όταν το ζευγάρι έφθασε στο Μόναχο. Με τη βοήθεια της Διεθνούς Αμνηστίας, οι γονείς της υπέβαλαν αίτημα ασύλου και λίγο αργότερα, το 1981, γεννήθηκε η Ελίφ.
Τα πρώτα παιδικά της χρόνια τα πέρασε στο Μόναχο και στη συνέχεια στο Ντόρτμουντ, όπου ο πατέρας της εργάστηκε ως γιατρός. Σε ηλικία οκτώ ετών μετακόμισε μαζί με την οικογένειά της στην περιοχή Αλτόνα του Αμβούργου, όπου μεγάλωσε και ολοκλήρωσε τη σχολική της εκπαίδευση.
Η ιστορία των γονιών της επηρέασε βαθιά την πολιτική της ταυτότητα. Η ίδια αντιμετωπίζει τη μετανάστευση, το άσυλο, τον ρατσισμό και την ισότιμη συμμετοχή όχι μόνο ως ζητήματα δημόσιας πολιτικής, αλλά ως κομμάτι της οικογενειακής της εμπειρίας.
Από τη Νομική στην πολιτική
Η Εράλπ σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου από το 2001 έως το 2007, με ειδίκευση στην εγκληματολογία. Πραγματοποίησε επίσης μέρος των σπουδών της στο Πανεπιστήμιο του Αλικάντε, στην Ισπανία.
Κατά τη διάρκεια της νομικής της άσκησης εργάστηκε, μεταξύ άλλων, σε δικαστήρια του Αμβούργου, στις φυλακές Fuhlsbüttel και σε δικηγορικό γραφείο με αντικείμενο το μεταναστευτικό δίκαιο και το άσυλο. Πέρασε επίσης από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στο Βερολίνο και από τη γερμανική πρεσβεία στην Οτάβα.
Ολοκλήρωσε τη δεύτερη κρατική εξέταση στη Νομική το 2009. Από το 2010 εργάστηκε ως σύμβουλος νομικής πολιτικής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Αριστεράς στην Bundestag, με αντικείμενο τα δικαιώματα των πολιτών και τη δημοκρατία. Παράλληλα, ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση ως μέλος του συμβουλίου εργαζομένων και της επιτροπής συλλογικών διαπραγματεύσεων του συνδικάτου Verdi.
Πριν εισέλθει στην κεντρική πολιτική σκηνή, συμμετείχε σε αντιρατσιστικές οργανώσεις και προγράμματα υποστήριξης νέων μεταναστευτικής καταγωγής. Η ίδια έχει αναφέρει ότι κατά τα φοιτητικά της χρόνια εργάστηκε επίσης ως σερβιτόρα και τηλεφωνήτρια σε υπηρεσία διανομής φαγητού.
Εντάχθηκε στην Αριστερά περίπου το 2017 και από το 2018 συμμετείχε στην ηγεσία της κομματικής οργάνωσης του Βερολίνου. Εξελέγη για πρώτη φορά στη Βουλή της πόλης το 2021 και διατήρησε την έδρα της στην επαναληπτική εκλογή του 2023. Σήμερα είναι αναπληρώτρια πρόεδρος τόσο της κοινοβουλευτικής ομάδας όσο και της τοπικής οργάνωσης του κόμματος.
Μιλά γερμανικά, τουρκικά, αγγλικά και ισπανικά. Είναι παντρεμένη, έχει δύο παιδιά και ζει με την οικογένειά της στην περιοχή Friedrichshain-Kreuzberg.
Η στεγαστική κρίση την έφερε στην πρώτη γραμμή
Η άνοδος της Εράλπ δεν εξηγείται μόνο από τη γενικότερη στροφή των ψηφοφόρων προς την Αριστερά. Η προεκλογική της εκστρατεία επικεντρώθηκε σε ένα πρόβλημα που επηρεάζει σχεδόν κάθε οικογένεια του Βερολίνου: το αυξανόμενο κόστος στέγασης.
Περίπου το 85% των κατοίκων της πόλης ζει σε νοικιασμένο σπίτι, ενώ τα ενοίκια έχουν αυξηθεί δραματικά. Η μέση ζητούμενη τιμή από περίπου 4 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε φθάσει τα 15,78 ευρώ το 2025, την ώρα που η κατασκευή νέων κατοικιών δεν ακολούθησε την αύξηση του πληθυσμού.
Η Εράλπ υποσχέθηκε να εφαρμόσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 2021 για την κοινωνικοποίηση των αποθεμάτων κατοικιών που ανήκουν σε μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους. Το σχέδιο αφορά εταιρείες με περισσότερα από 3.000 διαμερίσματα και θα μπορούσε να καλύψει περίπου 220.000 κατοικίες.
Προτείνει επίσης πλαφόν στα ενοίκια των δημοτικών κατοικιών, ισχυρότερη υπηρεσία προστασίας των ενοικιαστών και αυστηρότερους ελέγχους στις παράνομες αυξήσεις και στη χρήση διαμερισμάτων ως τουριστικών καταλυμάτων.
Στο κοινωνικό της πρόγραμμα περιλαμβάνονται ακόμη φθηνότερες δημόσιες συγκοινωνίες και η δημιουργία δημοτικών «κυλικείων γειτονιάς», όπου οι κάτοικοι θα μπορούν να αγοράζουν γεύματα έναντι 3 ή 4 ευρώ.
Οι αντιπαραθέσεις για τον αντισημιτισμό
Η προεκλογική της εκστρατεία δεν ήταν χωρίς αντιπαραθέσεις. Οι πολιτικοί της αντίπαλοι κατηγόρησαν τμήματα της Αριστεράς του Βερολίνου ότι ανέχονται αντισημιτικές και ακραίες αντιισραηλινές τοποθετήσεις.
Το θέμα πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις όταν σε κομματική εκδήλωση στο Neukölln εμφανίστηκε καλλιτέχνης που χρησιμοποίησε συνθήματα υπέρ της Ιντιφάντα και κατά του ισραηλινού στρατού.
Η Εράλπ καταδίκασε την εμφάνιση, ζήτησε εξηγήσεις και συνέπειες από την τοπική κομματική οργάνωση και δήλωσε ότι η προστασία της εβραϊκής ζωής αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η αναγνώριση του δικαιώματος ύπαρξης του Ισραήλ πρέπει να συνδυάζεται με την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων και ότι η κριτική στην κυβέρνηση Νετανιάχου δεν μπορεί αυτομάτως να χαρακτηρίζεται αντισημιτική.
Το επόμενο δύσκολο βήμα
Η Ελίφ Εράλπ κατάφερε να μετατρέψει μια προσωπική ιστορία προσφυγιάς, νομικής υπεράσπισης και συνδικαλιστικής δράσης σε νικηφόρο πολιτική πρόταση για μια πόλη που πιέζεται από τα ενοίκια και τις κοινωνικές ανισότητες.
Η νίκη της, όμως, δεν της εξασφαλίζει αυτομάτως το Κόκκινο Δημαρχείο. Θα πρέπει να συμβιβάσει το ριζοσπαστικό στεγαστικό πρόγραμμα της Αριστεράς με τις επιφυλάξεις των πιθανών εταίρων της, κυρίως του SPD και των Πρασίνων.
Εάν το πετύχει, η κόρη δύο πολιτικών προσφύγων που έφθασαν κυνηγημένοι στη Γερμανία το 1980 θα βρεθεί, 46 χρόνια αργότερα, στην κορυφή της πολιτικής διοίκησης της πρωτεύουσας.

