Θα επηρεαστεί ο στρατηγικός χαρακτήρας της ελληνοαμερικανικής σχέσης από το αποτέλεσμα των εκλογών στις ΗΠΑ;
Είναι σαφές ότι, με την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως 47ου προέδρου των ΗΠΑ, δημιουργούνται νέα δεδομένα σε παγκόσμιο επίπεδο, σε μια συγκυρία όπου ο ανταγωνισμός για τη διαμόρφωση της Νέας Τάξης Πραγμάτων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο έχει ενταθεί. Αν εφαρμοστούν όσα έχουν διακηρυχθεί προεκλογικά από τον νέο πρόεδρο, είναι βέβαιο ότι πρόκειται να σημειωθεί μία θεαματική ανατροπή ισορροπιών και συσχετισμών σε όλα τα πεδία, ξεκινώντας από το γεωπολιτικό, περνώντας στην οικονομία και φτάνοντας στο ίδιο το περιεχόμενο της πολιτικής και στην κοινωνική του επίδραση. Το ερώτημα βέβαια για εμάς, καθότι μας αφορά άμεσα, είναι αν ο στρατηγικός χαρακτήρας της ελληνοαμερικανικής σχέσης θα επηρεαστεί από το αποτέλεσμα των εκλογών στις ΗΠΑ.
Βεβαίως και η εκλογή Τραμπ επηρεάζει την Ελλάδα. Και την επηρεάζει σε διάφορα επίπεδα: μέσα από τις παγκόσμιες διαστάσεις της νέας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Ρωσίας και της Κίνας και στο πώς θα αποτυπωθεί ο συνδυασμός της νέας αντίληψης εσωστρέφειας με τη διατήρηση του παγκόσμιου ρόλου των ΗΠΑ. Σε επίπεδο συνολικά των σχέσεων των ΗΠΑ με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Και φυσικά στην αμερικανική πολιτική, στο πλέγμα Ανατολικής Μεσογείου και ελληνοτουρκικών.
Η Αθήνα δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα στη σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση Τραμπ, ο οποίος είχε συναντηθεί τόσο με τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα όσο και με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στον Λευκό Οίκο.
Στο τέλος της θητείας του μάλιστα και λίγο αφού είχε αναλάβει τις τύχες της χώρας ο Κυρ. Μητσοτάκης, είχαν πραγματοποιηθεί η σημαντική επίσκεψη Πομπέο στα Χανιά και στη Σούδα, η υπογραφή του πρωτοκόλλου τροποποίησης της αμυντικής διμερούς συμφωνίας (5 Οκτωβρίου 2019) και ο στρατηγικός διάλογος ΗΠΑ – Ελλάδας, που άνοιξαν τον δρόμο για την υπογραφή και της ανανεωμένης συμφωνίας MDCA.
Στο πλαίσιο αυτό υπήρξε και η επιστολή Πομπέο με τις εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ για τη χώρα μας και τη στήριξη στην ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, η Ελλάδα είναι προφανές ότι θα συντονίσει τις κινήσεις της στα μεγάλα ζητήματα των διατλαντικών σχέσεων με τους άλλους εταίρους, ελπίζοντας ότι δεν θα οδηγηθούν οι σχέσεις αυτές σε κρίση, που θα αποδυναμώσουν την αμυντική δέσμευση των ΗΠΑ έναντι της Ευρώπης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ στην προηγούμενη θητεία του ήταν αυτός που ενέκρινε την εμπλοκή των ΗΠΑ στις υποθέσεις της Ανατολικής Μεσογείου, με τη συμμετοχή και του τότε ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο στο σχήμα της τριμερούς συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ στην συνάντηση που έγινε στο Τελ Αβίβ (2019). Και ο βασικός πυλώνας στην πολιτική του στην περιοχή ήταν η στήριξη στο Ισραήλ, που κάθε άλλο παρά φαίνεται να έχει αποδυναμωθεί από τον πόλεμο στη Γάζα.
Εξαιρετικής σημασίας είναι το ερώτημα για την πολιτική που θα ακολουθήσει ο Τραμπ έναντι της Τουρκίας. Η διαφημισμένη προσωπική σχέση με τον Ερντογάν είναι περισσότερο μύθος λόγω της ιδιομορφίας των δύο ηγετών. Η οποία σχέση πάντως δεν αποτυπώθηκε σε πολιτική στην προηγούμενη θητεία Τραμπ, ο οποίος είχε απειλήσει τον Ερντογάν ότι θα «βουλιάξει την τουρκική οικονομία» υποχρεώνοντας, μετά τα πρώτα πλήγματα, τον Τούρκο πρόεδρο να απελευθερώσει τον πάστορα Μπράνσον και είχε υπογράψει το διάταγμα για την επιβολή κυρώσεων βάσει της νομοθεσίας CAATSA για αποκλεισμό της Τουρκίας από τα F-35. Κυρίως όμως έπληξε τα τουρκικά στρατηγικά συμφέροντα, καθώς ενώ στην Άγκυρα ήλπιζαν ότι η πολιτική του απομονωτισμού και της απόσυρσης από τα διεθνή περιφερειακά μέτωπα θα οδηγούσε σε αποχώρηση και των αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία, αντιθέτως όχι μόνο δεν ήρε την υποστήριξή της η τότε αμερικανική κυβέρνηση προς τους Κούρδους της Συρίας, αλλά αντιθέτως, με μια πραγματικά ιταμή σε ύφος και περιεχόμενο επιστολή του Τραμπ προς τον Ερντογάν, τον χαρακτήριζε «ηλίθιο» απαγορεύοντάς του ουσιαστικά τη στρατιωτική επιχείρηση στη Βόρεια Συρία και καλώντας τον να συνομιλήσει με τον αρχηγό του κουρδικού ενόπλου κινήματος.
Οι σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον θα συνεχίσουν να είναι δύσκολες και το επόμενο διάστημα, καθώς η πλήρης στήριξη του Τραμπ στο Ισραήλ και στον προσωπικό φίλο του Νετανιάχου τον φέρει σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Τούρκο ηγέτη ο οποίος έχει κηρύξει «τζιχαντ» εναντίον του Ισραήλ με αφορμή την Γάζα.
Γεγονός πάντως είναι ότι ξεκινά μία νέα πολιτική εποχή, κατά πάσα βεβαιότητα πολύ διαφορετική από αυτήν που προηγήθηκε. Αλλά στις ΗΠΑ δεν είναι αναίτια. Οφείλεται σε συγκεκριμένες παραμέτρους και μία από αυτές, που δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί, είναι η αίσθηση μίας μεγάλης μερίδας της αμερικανικής κοινωνίας ότι αντιμετωπιζόταν με υπεροψία από την πολιτική ηγεσία.
Είναι εύκολο και αναμενόμενο υπό αυτές τις συνθήκες να διαμορφωθεί μία πολιτική συμπεριφορά, όπως αυτή που καταγράφτηκε στα εκλογικά αποτελέσματα της 5ης Νοεμβρίου. Το μήνυμα της αμερικανικής κάλπης θα πρέπει να διαβαστεί ορθά και όχι με αξιολογικές παρωπίδες ή ως ένα σοκ. Τηρουμένων των αναλογιών, στην Ευρώπη διαμορφώνονται παρόμοιες πολιτικές τάσεις και ατζέντες. Και επειδή και εδώ στη χώρα μας άρχισαν να διαμορφώνονται τέτοιες πολιτικές, καλό θα ήταν να τις αναλύσουμε σωστά, αν πρόκειται να τις αντιμετωπίσουμε. Και μάλιστα σύντομα, αν θέλουμε να προλάβουμε φαινόμενο τύπου Τραμπ.
του Φώτη Σιούμπουρα

