Τα χρέη της Νέας Δημοκρατίας επιστρέφουν κατά διαστήματα στην πολιτική αντιπαράθεση ως ένα εύκολο, βαρύ και επικοινωνιακά ελκυστικό επιχείρημα.
- Του Χρήστου Μυτιλινιού
Η βασική κατηγορία είναι γνωστή: πώς μπορεί ένα κυβερνών κόμμα να διαχειρίζεται την οικονομία της χώρας, όταν το ίδιο εμφανίζει τόσο υψηλές τραπεζικές υποχρεώσεις; Πρόκειται για ένα ερώτημα που ακούγεται απλό, όμως στην πραγματικότητα στηρίζεται σε μια σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα: τον ισολογισμό ενός κομματικού οργανισμού και τα δημόσια οικονομικά του κράτους.
Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι τα χρέη της Νέας Δημοκρατίας είναι υπαρκτά. Δεν εξαφανίζονται, δεν ωραιοποιούνται και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Πρόκειται για ένα μεγάλο, παλαιό και συσσωρευμένο πρόβλημα του κομματικού συστήματος, το οποίο έχει τις ρίζες του σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν τα κόμματα εξουσίας στηρίζονταν σε ένα διαφορετικό μοντέλο χρηματοδότησης, με τραπεζικό δανεισμό, κρατική επιχορήγηση και προσδοκίες μελλοντικών εσόδων.
Όμως από αυτό το σημείο μέχρι το συμπέρασμα ότι «η ΝΔ χρωστά, άρα δεν μπορεί να κυβερνά» υπάρχει μεγάλη απόσταση. Και αυτή η απόσταση είναι η ουσία της πολιτικής αποδόμησης του επιχειρήματος.
Άλλο κόμμα, άλλο κράτος
Το βασικό λάθος της αντιπολιτευτικής κριτικής είναι ότι ταυτίζει το κομματικό χρέος με το δημόσιο χρέος. Τα δάνεια της Νέας Δημοκρατίας είναι υποχρεώσεις ενός κόμματος προς τις τράπεζες. Δεν είναι χρέος του ελληνικού Δημοσίου. Δεν εγγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό ως κυβερνητική δαπάνη. Δεν αποτελούν δημοσιονομικό έλλειμμα. Δεν είναι ποσό που προστίθεται στο δημόσιο χρέος της χώρας.
Η κυβέρνηση κρίνεται από την πορεία της οικονομίας: από την ανάπτυξη, την ανεργία, τις επενδύσεις, τη δημοσιονομική σταθερότητα, την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, την πιστοληπτική εικόνα της χώρας και την ικανότητα άσκησης πολιτικής. Αυτά είναι τα μεγέθη της διακυβέρνησης. Ο ισολογισμός ενός κόμματος, όσο προβληματικός κι αν είναι, δεν ταυτίζεται με τον ισολογισμό του κράτους.
Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι αν η Νέα Δημοκρατία έχει χρέη. Έχει. Το ερώτημα είναι αν αυτά τα χρέη έχουν μετατραπεί σε βάρος για τον φορολογούμενο, αν έχουν διαγραφεί χαριστικά ή αν υπάρχει κάποια ειδική μεταχείριση που αλλοιώνει τους κανόνες. Αυτό είναι το πεδίο της σοβαρής συζήτησης. Όχι η εύκολη πολιτική εξίσωση «χρωστά το κόμμα, άρα αποτυγχάνει η κυβέρνηση».
Ένα παλιό πρόβλημα του κομματικού συστήματος
Η δεύτερη μεγάλη παρανόηση είναι ότι τα χρέη παρουσιάζονται σαν δημιούργημα της σημερινής ηγεσίας. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος προέρχεται από παλαιότερες περιόδους, όταν ο κομματικός δανεισμός αποτελούσε συνηθισμένο εργαλείο λειτουργίας των μεγάλων κομμάτων.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα φαινόμενο που γεννήθηκε σήμερα. Ούτε αφορά αποκλειστικά τη Νέα Δημοκρατία. Αντίστοιχο πρόβλημα υπήρξε και στο ΠΑΣΟΚ, γεγονός που δείχνει ότι μιλάμε για μια ευρύτερη παθογένεια της Μεταπολίτευσης και όχι για μια ιδιομορφία ενός μόνο κόμματος. Η πολιτική αντιπαράθεση συχνά απομονώνει τη Νέα Δημοκρατία επειδή σήμερα κυβερνά. Όμως ιστορικά το ζήτημα είναι διακομματικό.
Εδώ βρίσκεται και η πρώτη σοβαρή απάντηση: τα χρέη της ΝΔ είναι πρόβλημα που πρέπει να συζητηθεί θεσμικά, όχι εργαλείο εύκολης ηθικολογίας. Αν η αντιπολίτευση θέλει να ανοίξει συζήτηση για την κομματική χρηματοδότηση, οφείλει να το κάνει συνολικά. Όχι επιλεκτικά και μόνο όταν τη βολεύει επικοινωνιακά.
Η πολιτική κοστίζει σε όλες τις δημοκρατίες
Υπάρχει και μια τρίτη διάσταση, την οποία στην Ελλάδα συχνά αποφεύγουμε να συζητήσουμε: τα κόμματα στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες χρειάζονται χρήματα για να λειτουργήσουν. Διατηρούν γραφεία, προσωπικό, οργανώσεις, ψηφιακές υποδομές, επικοινωνιακές καμπάνιες, εκλογικούς μηχανισμούς, νομική και λογιστική υποστήριξη. Δεν είναι λέσχες εθελοντών.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα κόμματα στηρίζονται σε μεγάλους δωρητές, επιτροπές πολιτικής δράσης και ένα τεράστιο σύστημα ιδιωτικής χρηματοδότησης. Στη Βρετανία υπάρχουν μεγάλοι ιδιώτες δωρητές, επιχειρηματίες και συνδικάτα. Στη Γερμανία υπάρχει συνδυασμός κρατικής χρηματοδότησης, συνδρομών και δωρεών. Στη Γαλλία επίσης τα κόμματα χρησιμοποιούν κρατική ενίσχυση, ιδιωτικές εισφορές και δανεισμό, υπό αυστηρούς κανόνες.
Η διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι εδώ η μεγάλη ιδιωτική χρηματοδότηση είναι πολιτικά και κοινωνικά πολύ πιο ευαίσθητη, ενώ το πλαίσιο είναι πιο περιορισμένο. Έτσι, τα ελληνικά κόμματα στηρίχθηκαν ιστορικά περισσότερο στην κρατική χρηματοδότηση και στον τραπεζικό δανεισμό. Αυτό δεν είναι δικαιολογία για τον υπερδανεισμό. Είναι όμως κρίσιμο στοιχείο για να γίνει δίκαιη σύγκριση.
Δεν μπορεί κανείς να λέει «γιατί έχει χρέη ένα ελληνικό κόμμα;» χωρίς να συγκρίνει το πώς χρηματοδοτούνται τα κόμματα αλλού. Στο εξωτερικό, μεγάλο μέρος του κόστους της πολιτικής καλύπτεται από επίσημους χρηματοδότες. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο μοντέλο δεν αναπτύχθηκε ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
Το πραγματικό ερώτημα
Η σοβαρή κριτική δεν είναι αν υπάρχουν χρέη. Υπάρχουν. Η σοβαρή κριτική είναι αν υπήρξε παράνομη διαγραφή, χαριστική ρύθμιση, ειδική μεταχείριση ή μεταφορά του βάρους στους πολίτες. Αυτά είναι τα ζητήματα που πρέπει να αποδεικνύονται και όχι να υπονοούνται.
Οι τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν τα δάνεια ως απαιτήσεις. Οι υποχρεώσεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Οι τόκοι συνεχίζουν να επιβαρύνουν τους ισολογισμούς. Το πρόβλημα παραμένει τραπεζικό και λογιστικό. Δεν έχει μετατραπεί αυτομάτως σε κρατική διάσωση.
Γι’ αυτό και η συζήτηση πρέπει να γίνει με καθαρούς όρους. Τα χρέη της Νέας Δημοκρατίας είναι ένα πραγματικό ζήτημα κομματικής οικονομικής ιστορίας. Δεν είναι όμως απόδειξη ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί την οικονομία της χώρας. Η αξιολόγηση της διακυβέρνησης γίνεται με βάση τα αποτελέσματα στο πεδίο της οικονομίας, όχι με βάση ένα παλιό κομματικό δανειακό βάρος.
Η αντιπολίτευση επιχειρεί να μετατρέψει ένα υπαρκτό πρόβλημα σε γενικευμένο πολιτικό κατηγορητήριο. Εκεί βρίσκεται η υπερβολή. Και εκεί πρέπει να μπει η θεσμική απάντηση: τα κόμματα οφείλουν διαφάνεια, οι τράπεζες οφείλουν να τηρούν τους κανόνες, αλλά η χώρα δεν κυβερνάται από τον ισολογισμό της Πειραιώς ή της Νέας Δημοκρατίας. Κυβερνάται από πολιτικές, αποφάσεις και αποτελέσματα.
Το συμπέρασμα είναι απλό: τα χρέη της ΝΔ δεν είναι ανύπαρκτα. Είναι όμως κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που παρουσιάζει η αντιπολίτευση. Είναι ένα παλιό, κομματικό και τραπεζικό πρόβλημα. Όχι απόδειξη κακής δημοσιονομικής διαχείρισης της χώρας. Και αυτός ο διαχωρισμός είναι που κάνει όλη τη διαφορά.

