Ανάλυση του συντηρητικού Fox News για τα “ενδότερα” των Ρεπουμπλικανών
Η συμφωνία που προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν μπορεί να ένωσε τους Ρεπουμπλικάνους όταν ξεκίνησαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης, όμως σήμερα προκαλεί μία από τις μεγαλύτερες εσωκομματικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Καθώς αποκαλύπτονται οι λεπτομέρειες του μνημονίου κατανόησης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, κορυφαία στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος διαφωνούν έντονα για το αν ο Αμερικανός πρόεδρος πέτυχε μια ιστορική διπλωματική νίκη ή αν παραχώρησε υπερβολικά ανταλλάγματα σε έναν αποδυναμωμένο αντίπαλο.
Δύο διαφορετικές σχολές σκέψης
Η αντιπαράθεση έχει αναδείξει μια βαθύτερη διαφωνία που σιγοβράζει εδώ και χρόνια στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι παραδοσιακοί «γεράκια» της εξωτερικής πολιτικής, οι οποίοι θεωρούν ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες πρέπει να αξιοποιούνται για την απόσπαση όσο το δυνατόν μεγαλύτερων παραχωρήσεων από τους αντιπάλους των ΗΠΑ.
Από την άλλη, βρίσκονται οι υποστηρικτές του δόγματος «America First», οι οποίοι πιστεύουν ότι ο στόχος των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων είναι η εξουδετέρωση των απειλών και η αποφυγή νέων πολυετών πολέμων τύπου Ιράκ ή Αφγανιστάν.
Η συμφωνία με το Ιράν έφερε για πρώτη φορά αυτές τις δύο φιλοσοφίες σε ανοιχτή σύγκρουση.
Σφοδρές επικρίσεις από κορυφαία στελέχη
Μεταξύ των πιο έντονων επικριτών της συμφωνίας βρίσκεται ο γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι, ο οποίος χαρακτήρισε το μνημόνιο «τη μεγαλύτερη αποτυχία αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και δεκαετίες».
Ανάλογες επιφυλάξεις έχουν εκφράσει ο πρόεδρος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας Ρότζερ Γουίκερ, ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, η πρώην πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Νίκι Χέιλι και ο πρώην αντιπρόεδρος Μάικ Πενς.
Οι επικριτές θεωρούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ παραχωρεί σημαντικά διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία το Ιράν βρίσκεται στη δυσκολότερη θέση των τελευταίων ετών, έπειτα από τις αμερικανικές και ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ο Μάικ Πενς μάλιστα προειδοποίησε ότι η συμφωνία μπορεί να εξελιχθεί σε «σανίδα σωτηρίας» για το ιρανικό καθεστώς.
Η απάντηση Βανς και Λευκού Οίκου
Η άλλη πλευρά απαντά ότι οι επικριτές αγνοούν το συνολικό αποτέλεσμα της στρατιωτικής εκστρατείας που προηγήθηκε.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστηρίζει ότι ο Τραμπ πέτυχε ακριβώς αυτό που είχε θέσει ως στόχο: να πλήξει κρίσιμες στρατιωτικές και πυρηνικές υποδομές του Ιράν, να αποδυναμώσει τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας και να υποχρεώσει την Τεχεράνη να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση αδυναμίας.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, η επιτυχία δεν μετριέται από το πόσο σκληροί είναι οι όροι μιας συμφωνίας, αλλά από το αν επιτυγχάνονται οι αμερικανικοί στρατηγικοί στόχοι χωρίς να απαιτηθεί ένας ακόμη μακροχρόνιος πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Η μάχη για το μέλλον του «America First»
Πίσω από τη διαμάχη για το Ιράν κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποια θα είναι η εξωτερική πολιτική των Ρεπουμπλικάνων τα επόμενα χρόνια.
Οι παραδοσιακοί συντηρητικοί επιμένουν ότι η αμερικανική ισχύς πρέπει να αξιοποιείται για την αναδιαμόρφωση των αντιπάλων και τη δημιουργία μακροχρόνιων στρατηγικών πλεονεκτημάτων.
Οι υποστηρικτές του Τραμπ απαντούν ότι η εποχή των ατελείωτων στρατιωτικών επεμβάσεων έχει τελειώσει και ότι προτεραιότητα πρέπει να είναι η ασφάλεια των ΗΠΑ, χωρίς νέες πολεμικές περιπέτειες.
Έτσι, η αντιπαράθεση για τη συμφωνία με το Ιράν εξελίσσεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια διπλωματική διαφωνία. Αποτελεί ουσιαστικά μια μάχη για την ψυχή της αμερικανικής συντηρητικής παράταξης και για το πώς θα οριστεί η αμερικανική ισχύς στη Μέση Ανατολή τα επόμενα χρόνια.

