Το διάγραμμα που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες στα κοινωνικά δίκτυα δεν χρειαζόταν πολλά σχόλια. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 μόλις ένας στους δέκα Έλληνες προσπάθησε να επαληθεύσει από άλλη πηγή μια διαδικτυακή πληροφορία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το έκαναν τρεις στους δέκα. Η Ελλάδα είναι τελευταία στους 27.
- του Νίκου Ρώμπαπα – Πρόεδρος ΚΕΦΙΜ
Δύο μέρες νωρίτερα είχαν δημοσιευτεί τα αποτελέσματα της PISA 2025. Οι 15χρονοι στην Ελλάδα βρέθηκαν περίπου 40 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό, ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι περίπου 20 μονάδες αντιστοιχούν σε ένα σχολικό έτος. Ο μέσος Έλληνας 15χρονος βρίσκεται δηλαδή δύο τάξεις πίσω από τον μέσο 15χρονο των αναπτυγμένων χωρών. Και σχεδόν οι μισοί δεν έφτασαν το βασικό επίπεδο επάρκειας στα μαθηματικά και στην ανάγνωση.
Οι δύο συνηθέστερες εξηγήσεις για το διάγραμμα είναι γνωστές. Η πρώτη είναι πολιτισμική: οι Έλληνες πιστεύουμε εύκολα και ερευνούμε δύσκολα. Η δεύτερη είναι εκπαιδευτική: το σχολείο διδάσκει αποστήθιση, όχι κριτική σκέψη. Και τα δύο έχουν βάση, αλλά προσπερνούν κάτι απλούστερο. Για να ελέγξεις μια πληροφορία πρέπει πρώτα να την καταλάβεις: να ξεχωρίσεις τον ισχυρισμό από την απόδειξη, το γεγονός από τη γνώμη, την πηγή από το σχόλιο. Έπειτα πρέπει να διαβάσεις μια δεύτερη πηγή και να τη συγκρίνεις με την πρώτη. Όποιος διαβάζει με κόπο και κατανοεί τα μισά δεν θα το κάνει ποτέ, όχι από νοοτροπία αλλά επειδή το κόστος είναι μεγάλο. Αυτό ακριβώς μετράει η PISA: όχι αν ξέρεις να διαβάζεις, αλλά αν το καταλαβαίνεις. Οι εννέα στους δέκα ενήλικες που δεν διασταυρώνουν και οι μισοί σχεδόν 15χρονοι που δεν φτάνουν το βασικό επίπεδο σε ανάγνωση και μαθηματικά είναι πρακτικά το ίδιο εύρημα.
Η τεχνολογία αυξάνει την πίεση. Τα κοινωνικά δίκτυα ευνοούν τα σύντομα κείμενα και τα ολιγόλεπτα βίντεο, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει έναν ακόμη κρίκο. Σύμφωνα με την PISA, σχεδόν ένας στους τρεις 15χρονους στην Ελλάδα τη χρησιμοποιεί τακτικά για την αρχική έρευνα ενός θέματος. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Για τον αδύναμο αναγνώστη όμως μπορεί να γίνει η εύκολη λύση: να του προσφέρει την απάντηση χωρίς κόπο και εξάσκηση. Έτσι, αντί να καλύψει το κενό, κινδυνεύει να μείνει ακόμη πιο πίσω.
Η δημόσια συζήτηση για την εκπαίδευση αρχίζει συνήθως από το τέλος: το λύκειο, τις πανελλαδικές, τα πανεπιστήμια. Όμως, ό,τι λείπει στα 15 δεν χάθηκε στο γυμνάσιο. Χάθηκε στο δημοτικό, όταν το παιδί δεν έμαθε να διαβάζει και να κάνει υπολογισμούς με ευχέρεια. Και για αυτό το διάστημα δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα: η Ελλάδα δεν συμμετέχει στις διεθνείς αξιολογήσεις της ανάγνωσης, των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών στη Δ’ Δημοτικού και οι εθνικές διαγνωστικές εξετάσεις αφορούν τη ΣΤ’ Δημοτικού και τη Γ’ Γυμνασίου. Μετράμε όταν είναι ήδη αργά.
Η αναστροφή θέλει τρία πράγματα, και κανένα δεν είναι εντυπωσιακό. Θέλει μέθοδο: διδασκαλία της ανάγνωσης με τρόπους που έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικοί. Θέλει μέτρηση: τακτική αξιολόγηση της ανάγνωσης και των μαθηματικών από τις πρώτες τάξεις, έγκαιρη ενημέρωση των γονέων και άμεση στήριξη σε κάθε παιδί που μένει πίσω. Και θέλει χρόνο: τα παιδιά που μόλις πήγαν για πρώτη φορά σχολείο θα εξεταστούν στην PISA σε δέκα χρόνια. Καμία κυβέρνηση δεν θα προλάβει να πανηγυρίσει το αποτέλεσμα, και ίσως για αυτό καμία δεν ξεκινά.
Οι εννέα στους δέκα δεν είναι εθνικό ελάττωμα, ούτε απλώς έλλειψη κριτικής σκέψης. Είναι το αποτέλεσμα ενός σχολείου που δεν εξασφαλίζει σε όλους το πιο στοιχειώδες εργαλείο: να διαβάζουν ένα κείμενο, να το καταλαβαίνουν και να ρωτούν «ποιος το λέει, με ποια στοιχεία και γιατί». Αυτό ξεκινάει στα έξι, όχι στα δεκαέξι.

