Από τις 10 συνταγές ημερησίως στις αρχές Σεπτεμβρίου, στις 115 μέσα σε μία ημέρα
Αυξητική πορεία καταγράφουν το τελευταίο διάστημα τα περιστατικά COVID-19 στην Ελλάδα, με την επιστροφή του κορωνοϊού να περνά σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητη, καθώς τα συμπτώματα συχνά συγχέονται με εκείνα μιας κοινής ίωσης.
Ενδεικτική της κατάστασης είναι η κατακόρυφη αύξηση στη ζήτηση αντιικών φαρμάκων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, από περίπου 10 συνταγές ημερησίως στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο αριθμός έφτασε τις 115 την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, καταγράφοντας αύξηση περίπου 1.050%.
Την ίδια ώρα, στο νοσοκομείο «Αττικόν» έχουν επιστρέψει οι εισαγωγές ασθενών με COVID-19, έπειτα από μια περίοδο κατά την οποία τα περιστατικά που χρειάζονταν νοσηλεία είχαν περιοριστεί αισθητά.
Ο καθηγητής Πνευμονολογίας Στέλιος Λουκίδης, διευθυντής της Πανεπιστημιακής Πνευμονολογικής Κλινικής του «Αττικόν» και επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής για την έγκριση χορήγησης αντιικών φαρμάκων στα νοσοκομεία της χώρας, επισημαίνει στο iatropedia.gr την ανάγκη έγκαιρης διάγνωσης και θεραπευτικής παρέμβασης.
COVID-19: Τα συμπτώματα που περνούν για απλή ίωση
Ο πυρετός, η ρινίτιδα και η έντονη κόπωση αποτελούν ορισμένα από τα συνηθισμένα συμπτώματα της COVID-19, τα οποία, ωστόσο, δεν διαφοροποιούνται εύκολα από εκείνα άλλων ιογενών λοιμώξεων.
Όπως εξηγεί ο κ. Λουκίδης, αρκετοί ασθενείς που χρειάστηκε να εισαχθούν στο νοσοκομείο είχαν εμφανίσει συμπτώματα για τρεις έως τέσσερις ημέρες πριν διαγνωστούν με κορωνοϊό, χωρίς να έχουν υποψιαστεί ότι επρόκειτο για COVID-19.
«Με τα πρώτα συμπτώματα να κάνουμε άμεσα ένα self test ή να πηγαίνουμε σε ένα Κέντρο Υγείας ή ιατρείο να μας ελέγχουν. Ας το κάνουμε γρήγορα», τονίζει ο καθηγητής, υπογραμμίζοντας τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης της λοίμωξης.
Η καθυστέρηση στη διάγνωση μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα κρίσιμη για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με υποκείμενα νοσήματα, καθώς η έγκαιρη αξιολόγηση επιτρέπει την εξέταση της δυνατότητας χορήγησης αντιικής θεραπείας.
Αντιικά φάρμακα: Γιατί μετρά ο χρόνος
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο καθηγητής στη σημασία της έγκαιρης θεραπευτικής παρέμβασης, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος επιπλοκών και σοβαρής νόσησης.
Όπως επισημαίνει, υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες τόσο για τη γρίπη, όπως το Tamiflu, όσο και ειδικά αντιικά φάρμακα για την COVID-19, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν όταν υπάρχει σχετική ιατρική ένδειξη.
«Πρέπει να σκεφτούμε ότι έχουμε φάρμακα […] για να προλάβουμε τις βαριές καταστάσεις. Όλα αυτά που θα μας βοηθήσουν να μην έχουμε νοσηλείες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η έγκαιρη επικοινωνία με γιατρό είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ασθενείς υψηλού κινδύνου, καθώς η καταλληλότητα της θεραπείας και το χρονικό περιθώριο χορήγησής της εξαρτώνται από το συγκεκριμένο φάρμακο και την κλινική κατάσταση του ασθενούς.
Επανήλθαν οι νοσηλείες στο «Αττικόν»
Την επανεμφάνιση περιστατικών COVID-19 που χρειάζονται νοσηλεία επιβεβαιώνει ο κ. Λουκίδης, περιγράφοντας την εικόνα που διαμορφώθηκε στην κλινική του νοσοκομείου την τελευταία εβδομάδα.
«Είχαμε καιρό να κάνουμε νοσηλεία COVID. Κάναμε τρεις-τέσσερις σε αυτή την εβδομάδα», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ασθενείς ήταν κυρίως άτομα προχωρημένης ηλικίας με πολλαπλά και σοβαρά υποκείμενα νοσήματα. Παρά τη βαρύτητα των προβλημάτων υγείας τους, η πλειονότητα των περιστατικών είχε καλή έκβαση.
Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη αυξημένης προσοχής στις ευάλωτες ομάδες, ακόμη και όταν τα αρχικά συμπτώματα φαίνονται ήπια.
Ο κορωνοϊός δεν είναι αποκλειστικά χειμερινός ιός
Ένα ακόμη στοιχείο που επισημαίνει ο καθηγητής είναι ότι η COVID-19 δεν ακολουθεί απαραίτητα την εποχικότητα άλλων αναπνευστικών λοιμώξεων.
«Δεν είναι ένας ιός εποχιακός. Είναι ένας ιός ολοετής», αναφέρει, εξηγώντας ότι ο κορωνοϊός μπορεί να παρουσιάζει εξάρσεις σε διαφορετικές περιόδους του χρόνου.
Κατά συνέπεια, η υποχώρηση των περιστατικών σε ορισμένες περιόδους δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει εκλείψει, ενώ η εμφάνιση συμπτωμάτων που παραπέμπουν σε κοινό κρυολόγημα δεν αποκλείει τη λοίμωξη από SARS-CoV-2.
Χαμηλή η αποδοχή του εμβολιασμού κατά της COVID-19
Προβληματισμό προκαλεί, παράλληλα, η χαμηλή αποδοχή του εμβολιασμού κατά της COVID-19, σε σύγκριση με τον αντιγριπικό εμβολιασμό, σύμφωνα με τον καθηγητή.
Η ενημέρωση για τις διαθέσιμες δυνατότητες πρόληψης αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με χρόνια νοσήματα, που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.
Οι πολίτες που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου καλούνται να συμβουλεύονται τον γιατρό τους σχετικά με τον εμβολιασμό και την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων.
Το βασικό μήνυμα των ειδικών είναι η αποφυγή του εφησυχασμού. Η έγκαιρη διενέργεια τεστ, η επικοινωνία με επαγγελματία υγείας, η αξιολόγηση για πιθανή αντιική θεραπεία και η πρόληψη μέσω του εμβολιασμού, όπου ενδείκνυται, αποτελούν σημαντικά εργαλεία για την προστασία των ευάλωτων ομάδων και τον περιορισμό των σοβαρών περιστατικών.

