Σε μια περίοδο όπου ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει ιστορικά ρεκόρ, αλλά ταυτόχρονα καλείται να απαντήσει σε κρίσιμα ζητήματα βιωσιμότητας, εκπαίδευσης και ισόρροπης ανάπτυξης, η υφυπουργός Τουρισμού Άννα Καραμανλή σε συνέντευξή της στον Χρήστο Μυτιλινιό για την εφημερίδα «Political», μιλά και ξεδιπλώνει τον κυβερνητικό σχεδιασμό για την επόμενη ημέρα του κλάδου. Με αιχμή την αναβάθμιση της τουριστικής εκπαίδευσης, την ενίσχυση των ειδικών μορφών τουρισμού και τη δίκαιη γεωγραφική κατανομή των ωφελειών, η υφυπουργός περιγράφει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που φιλοδοξεί να καταστήσει την Ελλάδα προορισμό 12 μηνών. Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο του θρησκευτικού τουρισμού και των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση ενός πιο ανθεκτικού και ποιοτικού τουριστικού προϊόντος.
- Έχετε αναδείξει επανειλημμένα το ζήτημα της τουριστικής εκπαίδευσης. Σε μια περίοδο όπου ο ελληνικός τουρισμός σπάει ρεκόρ, αλλά η αγορά συνεχίζει να μιλά για ελλείψεις προσωπικού και κενά δεξιοτήτων, ποιο είναι το συγκεκριμένο σχέδιο του υπουργείου, ώστε οι σχολές τουριστικής εκπαίδευσης να παράγουν αποφοίτους που θα καλύπτουν πραγματικές ανάγκες της αγοράς και όχι απλώς θεωρητικές ειδικότητες;
Οι ελλείψεις προσωπικού αποτελούν μια διεθνή πρόκληση για τον τουριστικό κλάδο. Η δική μας προσέγγιση όμως δεν περιορίζεται στην κάλυψη των θέσεων, αλλά εστιάζει στη διαμόρφωση ανθρώπινου δυναμικού με ουσιαστικές δεξιότητες, που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Για τον ελληνικό τουρισμό και την ελληνική φιλοξενία, οι άνθρωποί μας αποτελούν το σημαντικότερο ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα. Για αυτό και επενδύουμε συστηματικά στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.
Στις Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΑΕΚ) του υπουργείου Τουρισμού δίνουμε έμφαση στη βιωματική εκπαίδευση, ώστε οι σπουδαστές και οι σπουδάστριες να αποκτούν ουσιαστική εμπειρία στο πεδίο. Παράλληλα, διατηρώντας τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα των σπουδών, αξιοποιούμε κτίρια με άδεια δόμησης ξενοδοχείου, ενισχύοντας τη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς.
Τα αποτελέσματα είναι μετρήσιμα: η απορροφησιμότητα των αποφοίτων μας αγγίζει το 90%, γεγονός που αποδεικνύει ότι κινούμαστε στη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, δεν επαναπαυόμαστε. Συνεχίζουμε να επενδύουμε στην ποιότητα και στη διαρκή προσαρμογή της εκπαίδευσης στις εξελισσόμενες ανάγκες του κλάδου.
Στην ίδια λογική, ενισχύουμε τη διασύνδεση με την αγορά εργασίας μέσω των Τμημάτων Μετεκπαίδευσης που απευθύνονται σε εργαζόμενους του τουριστικού τομέα και πρόσκαιρα ανέργους με εμπειρική γνώση, ενώ για πρώτη φορά προχωράμε σε προσλήψεις μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού στις ΣΑΕΚ και τις ΑΣΤΕ, ενισχύοντας τη σταθερότητα και τη συνέχεια του εκπαιδευτικού έργου.
Παράλληλα, με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, υλοποιήσαμε προγράμματα αναβάθμισης δεξιοτήτων για περισσότερους από 18.000 ωφελούμενους, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη διαθεσιμότητα καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Σημαντική είναι και η συμβολή των σχολών ξεναγών, μέσα από σύγχρονα ταχύρρυθμα προγράμματα κατάρτισης για αποφοίτους Αρχαιολογίας, Ιστορίας και συναφών τμημάτων που υλοποιούνται σε συνεργασία με πανεπιστήμια και καλύπτουν εξειδικευμένες ανάγκες της αγοράς.
Ο τουρισμός αλλάζει και μαζί του αλλάζουν και οι προοπτικές που προσφέρει στους εργαζόμενους. Δεν πρόκειται πλέον για μια ευκαιριακή απασχόληση, αλλά για έναν δυναμικό κλάδο που μπορεί να προσφέρει σταθερές και εξελισσόμενες επαγγελματικές προοπτικές και μια ουσιαστική επιλογή καριέρας.
- Μιλάτε συστηματικά για τις ειδικές μορφές τουρισμού, όπως ο ορεινός και ο αγροτουρισμός. Τι θα λέγατε σε όσους υποστηρίζουν ότι η χώρα τις επικαλείται εδώ και χρόνια, αλλά στην πράξη παραμένει εξαρτημένη από το κλασικό μοντέλο «ήλιος και θάλασσα»; Υπάρχουν μετρήσιμα στοιχεία αυτή τη στιγμή που αποδεικνύουν ότι αυτή η στροφή γίνεται πραγματικότητα;
Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα αποτέλεσε -και συνεχίζει να αποτελεί- έναν από τους κορυφαίους προορισμούς διεθνώς για «ήλιο και θάλασσα». Για πολλά χρόνια, τα εμβληματικά νησιά μας και οι μοναδικού κάλλους παραλίες μας αποτελούσαν το βασικό σήμα κατατεθέν του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια αυτό το μοντέλο εξελίσσεται. Η Ελλάδα παραμένει κορυφαίος προορισμός για θερινές διακοπές, παράλληλα όμως εδραιώνεται και ως προορισμός 12 μηνών. Και αυτή η μετάβαση αποτυπώνεται πλέον σε σαφή, μετρήσιμα δεδομένα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σταθερά αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας κατά τους χειμερινούς και πλάγιους μήνες (φθινόπωρο-άνοιξη), δηλαδή εκτός της κλασικής θερινής σεζόν. Ενδεικτικά, το 2025, την καλύτερη χρονιά όλων των εποχών για τον ελληνικό τουρισμό, μόνο τον Δεκέμβριο οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 49% και οι εισπράξεις κατά 33% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, που ήταν επίσης χρονιά-ρεκόρ. Αντίστοιχα, τον Ιανουάριο του 2026, ο ελληνικός τουρισμός κατέγραψε μια ιδιαίτερα δυναμική εκκίνηση. Στην καρδιά του χειμώνα, η Ελλάδα, ο μέχρι πρότινος αποκλειστικά θερινός προορισμός, πέτυχε νέο ρεκόρ εισπράξεων που έφτασαν στα 473,3 εκατ. ευρώ, εμφανίζοντας αύξηση κατά +58,4% συγκριτικά με τον Ιανουάριο του 2025, ενώ οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά +33,3% συγκριτικά με το αντίστοιχο περσινό διάστημα.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου δεν αποτελεί πλέον στόχο, αλλά μια εξέλιξη που ήδη συντελείται στην πράξη. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάπτυξη των ειδικών μορφών τουρισμού λειτουργεί ως βασικός μοχλός αυτής της μετάβασης. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο «ήλιος και θάλασσα», είναι και «ήλιος και βουνό», είναι τουρισμός πόλεων, αγροτουρισμός, οινοτουρισμός, τουρισμός υγείας και ευεξίας, αλλά και ένα σύνολο εμπειριών που εμπλουτίζουν ουσιαστικά το συνολικό μας προϊόν.
Για να υποστηρίξουμε αυτή τη μετάβαση, προχωράμε, με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, σε στοχευμένες επενδύσεις υποδομών, όπως μαρίνες, καταδυτικά πάρκα, χιονοδρομικά κέντρα καθώς και εγκαταστάσεις υγείας και ευεξίας.
Ιδιαίτερα για τον ορεινό τουρισμό, προωθείται ένα συγκροτημένο πλαίσιο σχεδιασμού, με στόχο οι ορεινές περιοχές να ενισχύσουν την παρουσία τους και να λειτουργούν ως προορισμοί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε πρόσφατη εκδήλωση του υπουργείου Τουρισμού, η υπουργός Όλγα Κεφαλογιάννη παρουσίασε το σχέδιο για την προβολή και την ανάδειξη της ορεινής Ελλάδας, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση του ρόλου της στο συνολικό τουριστικό προϊόν της χώρας. Η ορεινή Ελλάδα μπορεί να προσφέρει πολυθεματικές εμπειρίες, συνδυάζοντας το φυσικό περιβάλλον, τον πολιτισμό, τη γαστρονομία και την τοπική παραγωγή, ανταποκρινόμενη στις σύγχρονες τάσεις της ζήτησης. Στην ίδια κατεύθυνση, προχωράμε και στη δημιουργία ενός δικτύου σύνδεσης του τουρισμού με τον αγροτουρισμό και τη γαστρονομία, ενισχύοντας την ταυτότητα των προορισμών και δημιουργώντας νέες ευκαιρίες ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε λιγότερο προβεβλημένες αγροτικές περιοχές.
Παράλληλα, αναπτύσσουμε θεματικές ψηφιακές πλατφόρμες που θα προβάλλουν στοχευμένα και εξειδικευμένα ειδικές μορφές τουρισμού, όπως ο θαλάσσιος και καταδυτικός, ο ιαματικός, ο ορεινός τουρισμός, ο αγροτουρισμός και ο γαστρονομικός τουρισμός, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και τη διεθνή προβολή του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η νέα στοχευμένη προβολή της ορεινής Ελλάδας, με στόχο την ενίσχυση της αναγνωρισιμότητάς της στην εγχώρια και διεθνή αγορά και την προσέλκυση επισκεπτών όλο τον χρόνο.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα εξαιρετικά πλούσιο πολυθεματικό προϊόν. Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι ότι το αξιοποιούμε με σχέδιο, με συνέπεια και με αποτελέσματα που ήδη αποτυπώνονται στην πράξη.
- Μιλώντας για ειδικές μορφές τουρισμού, με την ιδιότητά σας ως προέδρου της Κοινής Συντονιστικής Επιτροπής Προσκυνηματικού Τουρισμού, πώς πιστεύετε ότι μπορεί να συμβάλει ο θρησκευτικός τουρισμός στη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη, όπως την υλοποιείτε στο υπουργείο;
Ο θρησκευτικός τουρισμός, όπως και οι υπόλοιπες ειδικές μορφές τουρισμού, αναπτύσσεται με τρόπο που σέβεται το περιβάλλον, τους προορισμούς και τις τοπικές κοινωνίες. Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να αναπτύσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, λειτουργώντας ως σημαντικός μοχλός βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης, ιδίως για λιγότερο προβεβλημένες περιοχές.
Σε διεθνές επίπεδο, πρόκειται για μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μορφές τουρισμού, αλλά και από τις πλέον ανθεκτικές σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας, οι ταξιδιώτες αναζητούν ολοένα και περισσότερο εμπειρίες με ουσιαστικό περιεχόμενο- πνευματικότητα, αυθεντικότητα και εσωτερική ισορροπία.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα. Η ορθόδοξη πνευματική παράδοση, τα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και τα ζωντανά θρησκευτικά έθιμα συνθέτουν ένα μοναδικό κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να αναδείξει τη χώρα μας σε κορυφαίο προορισμό προσκυνηματικού και πνευματικού ενδιαφέροντος. Η Ελλάδα αποτελεί ουσιαστικά ένα ανοιχτό, ζωντανό «μουσείο» πίστης και πολιτισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάδειξη της θρησκευτικής μας κληρονομιάς, πάντα με σεβασμό στον χαρακτήρα και την αυθεντικότητα των ιερών τόπων. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η λειτουργία της Κοινής Συντονιστικής Επιτροπής Προσκυνηματικού Τουρισμού, της οποίας έχω την τιμή να προεδρεύω, ενισχύοντας τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Πολιτεία και Εκκλησία εργαζόμαστε από κοινού για την ανάπτυξη ενός προσκυνηματικού και θρησκευτικού τουρισμού που ενισχύει ουσιαστικά την τοπική ανάπτυξη και τη διεθνή προβολή της χώρας.
- Έχετε μιλήσει για ενίσχυση της Βόρειας Ελλάδας, για τον Πειραιά ως σύγχρονο αστικό προορισμό και γενικά για πιο δίκαιη διάχυση του τουριστικού οφέλους. Πώς μεταφράζεται αυτό σε πολιτική πράξη; Υπάρχει συγκεκριμένος σχεδιασμός, ώστε περισσότερες περιοχές να μπουν στον τουριστικό χάρτη χωρίς να αντιγράφουν απλώς το μοντέλο των ήδη κορεσμένων προορισμών;
Στον πυρήνα κάθε πολιτικής που υλοποιούμε στο υπουργείο Τουρισμού βρίσκεται η διαμόρφωση ενός ποιοτικού και βιώσιμου τουριστικού προϊόντος, που αναπτύσσεται με μέτρο και ισορροπία σε κάθε γωνιά της χώρας, με στόχο να αφορά και να ωφελεί όλες τις περιοχές. Γιατί βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει πρωτίστως δίκαιη ανάπτυξη.
Σε αυτή τη βάση, επιδιώκουμε ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο, όπου κάθε προορισμός- αστικός, ορεινός ή παράκτιος- αναδεικνύει τη δική του ταυτότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
Για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής, έχουμε ήδη προχωρήσει σε ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης. Με τους Οργανισμούς Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών (DMOs), συνεργαζόμαστε στενά με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τις τοπικές κοινωνίες και τον ιδιωτικό τομέα, ώστε οι πολιτικές μας να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες κάθε τόπου και να διαφυλάσσουν την ταυτότητά του.
Παράλληλα, δημιουργούμε το Εθνικό και τα Περιφερειακά Παρατηρητήρια Βιώσιμης Τουριστικής Ανάπτυξης, που συνδέονται μεταξύ τους και θα παρέχουν στοιχεία μέσα από μια δέσμη κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών δεικτών. Στόχος είναι η έγκαιρη παρακολούθηση της πορείας των τουριστικών μεγεθών, σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, προστατεύοντας έτσι την ισορροπία ανάμεσα στους επισκέπτες, τους κατοίκους και τους φυσικούς πόρους.
Σε ό,τι αφορά την πίεση σε ορισμένους δημοφιλείς προορισμούς και σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους, δεν μιλάμε για φαινόμενα υπερκορεσμού αντίστοιχα με αυτά άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Σε αυτά απαντούμε με προληπτικό σχεδιασμό και στοχευμένες παρεμβάσεις. Κεντρικός μας στόχος είναι η καλύτερη γεωγραφική και χρονική κατανομή της τουριστικής δραστηριότητας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται μέτρα όπως το νέο σύστημα τελών για την κρουαζιέρα, καθώς και οι παρεμβάσεις για τη βραχυχρόνια μίσθωση. Παράλληλα, η προώθηση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον τουρισμό αποτελεί μια ουσιαστική τομή, καθώς θέτει για πρώτη φορά σαφείς κανόνες ανάπτυξης, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του τουριστικού μας μοντέλου.
Με σχέδιο, συντονισμό και συνέπεια, προχωράμε σε ένα μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης που δημιουργεί αξία για όλη τη χώρα και διασφαλίζει ότι τα οφέλη διαχέονται δίκαια σε κάθε περιοχή.

