Η Ελλάδα δεν αποτελεί τη μόνη χώρα της Ευρώπης που καλείται να αναθεωρήσει τις προβλέψεις της για την πορεία της οικονομίας. Η πρώτη αποτυχία των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών εκτιμάται ότι θα επιφέρει ουσιώδεις επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία, ιδίως στους τομείς της ενέργειας, του εμπορίου και της γεωπολιτικής σταθερότητας.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Ειδικότερα η Ελλάδα, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, αναμένεται να αντιμετωπίσει αυξημένο κόστος σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια, γεγονός που θα επιβαρύνει τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Καθίσταται, συνεπώς, πρόδηλη η ανάγκη λήψης άμεσων, συντονισμένων και αποτελεσματικών μέτρων. Παράλληλα, αναδεικνύεται ως επιτακτική η ταχεία στροφή προς τις υποδομές δικτύων διανομής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, με σκοπό τον περιορισμό των επιπτώσεων στον ενεργειακό τομέα. Δεν υφίσταται πλέον περιθώριο για περαιτέρω καθυστερήσεις ή συζητήσεις επί του ζητήματος, αλλά απαιτείται άμεση και συντονισμένη δράση, ανεξαρτήτως των υφιστάμενων ευρωπαϊκών πλαισίων. Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από τη στήριξη των ΑΠΕ, ενώ οι τομείς της μεταποίησης, του εμπορίου και των μεταφορών προσδοκούν πρόσβαση σε οικονομικότερη ενέργεια. Παράλληλα, οι ενεργειακοί επενδυτές αναμένουν σαφές κυβερνητικό σήμα για την ενίσχυση επενδύσεων στον εν λόγω τομέα.
Ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν προειδοποίησε για το κίνδυνο μιας πολύ σοβαρής ενεργειακής κρίσης διαρκείας, στην περίπτωση της συνέχισης του πολέμου στο Ιράν. Παράλληλα, κάλεσε τα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας στη σκιά της έντονης ανησυχίας για τις επιπτώσεις στην επάρκεια της τροφοδοσίας τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. Κάνοντας λόγο για ανάγκη έγκαιρης προετοιμασίας της Ευρώπης ενόψει μιας παρατεταμένης περιόδου διαταραχής, κάλεσε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να εξετάσουν μέτρα εθελοντικής μείωσης της κατανάλωσης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα των μεταφορών. Επίσης, οι Ευρωπαίοι υπουργοί συμφώνησαν στην ανάγκη της έγκαιρης και ομαλής προετοιμασίας για τον χειμώνα 2026-27, που σημαίνει, εκτός των άλλων, την αναπλήρωση των δεξαμενών πετρελαίου και φυσικού αερίου νωρίτερα από ό,τι προβλέπουν τα σχετικά πρωτόκολλα.
Παράλληλα, η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας διατύπωσε σχεδόν το σύνολο του Σχεδίου Δέκα Σημείων, που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2022 με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ανάμεσά τους είναι η τηλεργασία όπου είναι εφικτό, η μείωση της ανώτατης ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους, τα μονά-ζυγά στα αστικά κέντρα, οι μετακινήσεις με δημόσια και όχι ιδιωτικά μέσα, ο διαμοιρασμός ώστε με κάθε όχημα να μετακινούνται περισσότεροι άνθρωποι και άλλα σχετικά με την εξοικονόμηση καυσίμων κίνησης ακόμα και για αεροσκάφη. Η επιστροφή στην κανονικότητα φαίνεται να είναι ακόμη μακριά, καθώς οι πετρελαϊκές υποδομές στην περιοχή του Περσικού Κόλπου έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές και θα απαιτηθεί χρόνος αποκατάστασης και επαναλειτουργίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ δηλώνει πως δεν γνωρίζει τη διάρκεια και το βάθος της κρίσης, αναμένεται να παρουσιάσει σύντομα μια εργαλειοθήκη μέτρων για να περιοριστούν οι επιπτώσεις στην οικονομία. Εκτός μάλιστα από νομικές προτάσεις για τα τιμολόγια του δικτύου και για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών στην ηλεκτρική ενέργεια, σχεδιάζεται να περιλαμβάνονται ορισμένα από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που υπάρχουν ήδη για την αποσύνδεση των τιμών φυσικού αερίου από τις τελικές τιμές και τις συμβάσεις προμήθειας. Επίσης, εξετάζονται σενάρια για φόρους στα υπερκέρδη, καθώς και ανώτατο όριο τιμών φυσικού αερίου. Βεβαίως, γνωρίζοντας πως η Ευρώπη αγνοεί στις ενέργειες τη λέξη «επείγον», το πότε θα αποφασιστούν και θα εφαρμοστούν τα μέτρα παραμένει άγνωστο.
Η θέση της Ελλάδας είναι υπέρ των προσωρινών και στοχευμένων μέτρων στήριξης για την ενέργεια, που θα πρέπει όμως να εξαιρεθούν από τον δείκτη καθαρών δαπανών του δημοσιονομικού πλαισίου, ως εφάπαξ παρεμβάσεις. Όσον αφορά τον τομέα του φυσικού αερίου, η Ελλάδα κινείται σταθερά στην αγορά του αμερικανικού LNG αποδεχόμενη την υψηλότερη τιμή, αλλά διασφαλίζοντας την επάρκεια, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το δίλημμα σχετικά με την αποθήκευση. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει στις ανησυχίες των πολιτών, καθώς βρισκόμαστε σε περίοδο που διακυβεύονται τόσο η κοινωνική συνοχή όσο και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. Τέλος, παρότι οι Έλληνες έχουμε αποδείξει την ανθεκτικότητά μας σε διαδοχικές κρίσεις, καθίσταται αναγκαία η παροχή ουσιαστικής στήριξης, ώστε η πορεία της οικονομίας να παραμείνει σταθερή και να μη μετατραπεί από προσαρμοστική σε προβληματική.

