Η συζήτηση για το ανθρώπινο κεφάλαιο στην αγορά εργασίας συχνά εγκλωβίζεται σε ένα απλουστευτικό δίλημμα. Πρόκειται για έλλειψη δεξιοτήτων ή για αποτυχία των συστημάτων; Στην πραγματικότητα, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Τα δύο αυτά φαινόμενα συνυπάρχουν, όμως το βαθύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην αδυναμία των οικονομιών και των θεσμών να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά το ήδη διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό. Την ίδια στιγμή, η δημογραφική γήρανση και η μείωση του εργατικού δυναμικού εντείνουν τις πιέσεις στην κοινωνία και την οικονομία.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Στη χώρα μας παρατηρείται το παράδοξο των υψηλών ποσοστών ανεργίας, ιδιαίτερα στους νέους, την ίδια στιγμή που επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν εργαζομένους με τις κατάλληλες δεξιότητες. Το φαινόμενο αυτό αποκαλύπτει μια βαθιά αναντιστοιχία μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Τα εκπαιδευτικά συστήματα εξακολουθούν να δίνουν έμφαση στη θεωρητική γνώση, ενώ η σύνδεσή τους με την παραγωγή και τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας παραμένει περιορισμένη. Παράλληλα, η τεχνολογική εξέλιξη, ιδίως στους τομείς της ψηφιοποίησης και της Τεχνητής Νοημοσύνης, επιταχύνει τις αλλαγές, τις οποίες τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν.
Το αποτέλεσμα είναι διπλά αρνητικό. Αφενός, επιχειρήσεις δεν βρίσκουν το κατάλληλο προσωπικό και, αφετέρου, ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου κεφαλαίου είτε υποαπασχολείται είτε μεταναστεύει. Η διαρροή ταλέντου προς το εξωτερικό ενισχύει περαιτέρω το πρόβλημα, στερώντας από τις οικονομίες κρίσιμες δεξιότητες και δυναμική ανάπτυξης. Κοιτώντας προς το μέλλον, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο η ανεργία ή η τεχνολογική αλλαγή, αλλά ο κίνδυνος παγίδευσης των οικονομιών σε ένα μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας. Η εξάρτηση από τομείς όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες χαμηλής εξειδίκευσης περιορίζει τις δυνατότητες αξιοποίησης υψηλά μορφωμένων εργαζομένων.
Το δίλημμα μεταξύ ανεργίας και μη απασχολησιμότητας αποδεικνύεται επίσης παραπλανητικό. Στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, το βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη θέσεων εργασίας. Αντίθετα, σε πιο δυναμικές οικονομίες, η πρόκληση εντοπίζεται στην αναντιστοιχία δεξιοτήτων. Οι θέσεις υπάρχουν, αλλά δεν καλύπτονται. Βραχυπρόθεσμα, η ανεργία αποτελεί το πιο ορατό ζήτημα. Μακροπρόθεσμα, όμως, η μη απασχολησιμότητα είναι πιο κρίσιμη, καθώς αναπαράγει τις ανισότητες και εμποδίζει την ανάπτυξη. Στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης βρίσκεται η ανάγκη για καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Χωρίς ευελιξία και συνεργασία, το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων θα διευρύνεται.
Παράλληλα, το ζήτημα της «διαρροής εγκεφάλων» παραμένει κρίσιμο, αν και εξελίσσεται. Ενώ στο παρελθόν επρόκειτο κυρίως για μόνιμη μετανάστευση, σήμερα διαφαίνεται η προοπτική της «κυκλοφορίας εγκεφάλων». Δηλαδή, της κινητικότητας εργαζομένων που αποκτούν εμπειρία στο εξωτερικό και επιστρέφουν ή συνεργάζονται με τη χώρα προέλευσής τους. Ωστόσο, αυτή η μετάβαση δεν είναι αυτόματη. Απαιτεί ελκυστικές συνθήκες εργασίας, αξιοκρατικά περιβάλλοντα και πραγματικές ευκαιρίες εξέλιξης.
Η Ευρώπη διαδραματίζει έναν διττό ρόλο. Λειτουργεί τόσο ως πόλος έλξης ταλέντων όσο και ως πιθανός εταίρος για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η ενίσχυση συνεργασιών μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο ισορροπημένου συστήματος κινητικότητας δεξιοτήτων. Ωστόσο, τέτοιες πρωτοβουλίες απαιτούν συντονισμό, μακροπρόθεσμη στρατηγική και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Οι χώρες αναζητούν επενδύσεις, τεχνογνωσία και πρόσβαση σε άλλες αγορές, ενώ η Ευρώπη επιδιώκει σταθερότητα, ανάπτυξη και καλύτερη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.
Η μετάβαση από αποσπασματικές δράσεις σε μακροχρόνιες συνεργασίες αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχία. Αν μάλιστα επανασχεδιαζόταν από την αρχή, θα έπρεπε να βασιστεί στη λογική της εκπαίδευσης, της τοπικής απασχόλησης και της κυκλικής κινητικότητας. Η κινητικότητα δεν πρέπει να περιορίζεται, αλλά να σχεδιάζεται με τρόπο που να ωφελεί όλες τις πλευρές. Καθώς κοιτάμε προς το μέλλον, η έννοια της δεξιότητας αλλάζει ριζικά. Η αξία δεν θα βρίσκεται τόσο στη γνώση πληροφοριών όσο στην ικανότητα κατανόησης, κριτικής σκέψης και συνεργασίας με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η πρόκληση δεν θα είναι απλώς η χρήση της τεχνολογίας, αλλά η αξιολόγηση και η σωστή εφαρμογή της.
Η επιτυχία για το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν θα μετρηθεί από την αποτροπή της μετανάστευσης, αλλά από τη δημιουργία ενός δυναμικού οικοσυστήματος όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να κινούνται, να εξελίσσονται και να συνεισφέρουν. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται πρακτικές δεξιοτήτων, στενότερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς και πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Η επιτυχία είναι η μετατροπή της χώρας μας σε χώρο όπου το ανθρώπινο κεφάλαιο θα αμείβεται δίκαια, θα αναπτύσσεται συνεχώς και θα επιστρέφει αξία. Η Ελλάδα «διαθέτει ταλέντα» και το ζητούμενο είναι να τα αξιοποιήσει.

