Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει πια στις σχολικές αίθουσες. Και αυτή η κίνηση είναι προς τη θετική κατεύθυνση. Γιατί ως κοινωνία βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο αλλαγής του καθημερινού τρόπου λειτουργίας. Οπότε, το ερώτημα δεν είναι αν θα σταματήσουμε αυτή την εξέλιξη. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα την αφήσουμε να μπει ως εργαλείο γνώσης ή ως μηχανισμός υποκατάστασης της σκέψης.
Γιατί το σχολείο δεν είναι απλώς ένας χώρος μετάδοσης πληροφοριών. Είναι ο πρώτος μεγάλος θεσμός μέσα στον οποίο το παιδί μαθαίνει να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να συνεργάζεται, να κάνει λάθος και να ξαναπροσπαθεί. Είναι ο χώρος όπου η γνώση δεν γίνεται μόνο απάντηση αλλά τρόπος ύπαρξης.
Η αφορμή αυτών των σκέψεων είναι η ανακοίνωση της υπουργού Παιδείας Σοφίας Ζαχαράκη, στο Συμβούλιο Υπουργών Παιδείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι η Ελλάδα αποκτά για πρώτη φορά ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο για την ασφαλή, διαφανή και παιδαγωγικά υπεύθυνη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Είναι λοιπόν πολύ θετικό ότι στην Ελλάδα δεν αφήνεται κάτι τέτοιο ως μια αντίδραση της τελευταίας στιγμής και δεν αντιμετωπίζεται ούτε με αφέλεια ούτε με τεχνοφοβία. Αναγνωρίζεται ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει τον μαθητή, τον εκπαιδευτικό, ακόμη και το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα και ότι μπορεί να εξατομικεύσει τη μάθηση, να στηρίξει παιδιά με διαφορετικές ανάγκες.
Βέβαια, υπάρχει αυτή η κόκκινη γραμμή στην οποία η μηχανή δεν μπορεί να γίνει παιδαγωγός!
Μιλώντας και ως ψυχίατρος, γνωρίζω ότι η ανάπτυξη ενός παιδιού δεν είναι μόνο γνωστική διαδικασία. Είναι συναισθηματική, κοινωνική, ηθική. Ένα παιδί δεν χρειάζεται μόνο να βρίσκει τη σωστή απάντηση. Χρειάζεται να καταλαβαίνει πώς έφτασε εκεί. Να αντέχει την αμφιβολία. Να μαθαίνει να περιμένει. Να συγκρούεται με μια δυσκολία και να μην πατά απλώς ένα κουμπί για να εξαφανιστεί.
Χρειάζεται επίσης να αναπτύσσει αφηρημένη σκέψη. Δηλαδή την ικανότητα να συνδέει έννοιες, να φαντάζεται πιθανότητες, να σκέφτεται πέρα από το άμεσα ορατό, να κατανοεί σύμβολα, σχέσεις και νοήματα. Αυτή η ικανότητα δεν καλλιεργείται με έτοιμες απαντήσεις. Καλλιεργείται με ερωτήσεις, με διάλογο, με χρόνο, με κόπο, με την παιδαγωγική σχέση.
Η λύση, λοιπόν, είναι η παιδεία μέσα στην παιδεία. Γι’ αυτό έχει σημασία ότι το υπουργείο Παιδείας επιχειρεί να βάλει κανόνες. Όχι για να φοβίσει τα παιδιά απέναντι στην τεχνολογία, ούτε για να γυρίσει το σχολείο στο παρελθόν. Αλλά για να διασφαλίσει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα λειτουργεί μέσα σε ένα παιδαγωγικό, ηθικό και ανθρώπινο πλαίσιο. Να είναι εργαλείο μάθησης και όχι μηχανισμός ευκολίας. Να ενισχύει τη σκέψη και όχι να την αντικαθιστά. Να μάθουν τα παιδιά πώς λειτουργεί, πού βοηθά, πού παραπλανά, πότε αναπαράγει προκαταλήψεις, πότε δίνει πειστικές αλλά λανθασμένες απαντήσεις. Να μάθουν ότι η τεχνολογία δεν είναι αυθεντία. Είναι εργαλείο.
Και πάνω απ’ όλα να στηριχθεί ο εκπαιδευτικός. Γιατί κανένα λογισμικό δεν μπορεί να αντικαταστήσει το βλέμμα του δασκάλου που καταλαβαίνει ότι ένα παιδί δυσκολεύεται, φοβάται, βαριέται, πονάει ή χρειάζεται ενθάρρυνση. Η σχέση παραμένει η καρδιά της μάθησης.
Το υπουργείο έρχεται εγκαίρως για να δημιουργήσει το σχολείο του μέλλοντος, το οποίο δεν πρέπει να γίνει ψυχρότερο. Πρέπει να γίνει σοφότερο, με τεχνολογία που υπηρετεί τον άνθρωπο και ανθρώπους που μαθαίνουν στα παιδιά να σκέφτονται με ελευθερία και κρίση.

