Η ελληνική αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο που, αν και δεν καταγράφεται ακόμη με την ένταση μιας γενικευμένης οικονομικής κρίσης, εξελίσσεται σε σοβαρό κίνδυνο για τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων. Η αγορά φοβάται την αυξανόμενη αθέτηση πληρωμών μεταξύ επιχειρήσεων. Οι καθυστερήσεις στις εμπορικές συναλλαγές, τα «φέσια», οι μεταχρονολογημένες υποχρεώσεις που δεν εξυπηρετούνται και οι παρατεταμένοι χρόνοι εξόφλησης δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ανάγκη από ρευστότητα και κεφάλαιο κίνησης.
- του Βασίλη Κορκίδη – πρόεδρος ΕΒΕΠ
Τα τελευταία δύο χρόνια, η αγορά δείχνει να λειτουργεί όλο και περισσότερο με όρους «εσωτερικού δανεισμού». Επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος, υψηλά επιτόκια, ενεργειακές επιβαρύνσεις, μειωμένη κατανάλωση και περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση μετακυλίουν το πρόβλημα ρευστότητας στους προμηθευτές τους. Έτσι, η καθυστέρηση πληρωμών έχει μετατραπεί σε μια άτυπη πρακτική χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αλυσιδωτή πίεση σε ολόκληρη την αγορά.
Το πρόβλημα έχει φέτος διογκωθεί με το δυσμενές γεωπολιτικό περιβάλλον, τους πολέμους και την ενεργειακή κρίση, ενώ δεν αφορά μόνο τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το ίδιο το Δημόσιο εξακολουθεί να στέλνει αρνητικό μήνυμα στην αγορά, καθώς οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς ιδιώτες και προμηθευτές ξεπέρασαν τα 3,1 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ μαζί με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων το συνολικό ποσό αγγίζει σχεδόν τα 3,9 δισ. ευρώ. Όταν το κράτος καθυστερεί να πληρώσει επιχειρήσεις, τότε ουσιαστικά μεταφέρει το πρόβλημα σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα της οικονομίας.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα έντονη στους κλάδους του εμπορίου, των κατασκευών, των μεταφορών, της εστίασης και των υπηρεσιών, όπου οι επιχειρήσεις λειτουργούν με μικρά περιθώρια κέρδους και υψηλές ανάγκες κεφαλαίου κίνησης. Πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις περιμένουν πλέον 90, 120 και ακόμα περισσότερες ημέρες για να εισπράξουν τιμολόγια, την ώρα που οι δικές τους υποχρεώσεις προς προμηθευτές, εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες «τρέχουν» κανονικά με τον μήνα.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνο, επειδή συχνά δεν εμφανίζεται άμεσα στα επίσημα στοιχεία. Μια επιχείρηση μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά, αλλά να έχει ήδη μετατραπεί σε «κρίκο κινδύνου» για δεκάδες άλλες επιχειρήσεις που εξαρτώνται από αυτήν. Έτσι δημιουργείται μια αλυσιδωτή μετάδοση έλλειψης ρευστότητας, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε στάση πληρωμών, λουκέτα και αδυναμία καταβολής μισθών και υποχρεώσεων. Τις περισσότερες φορές τα ταμειακά διαθέσιμα δεν ανταποκρίνονται με τα λογιστικά υπόλοιπα που αναγράφονται στις στήλες χρεωστών και πιστωτών.
Παρά το γεγονός ότι οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων παραμένουν αριθμητικά περιορισμένες σε σχέση με την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης, οι καθυστερήσεις πληρωμών αυξάνονται. Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις, οι επιχειρηματικές πτωχεύσεις των τελευταίων ετών έχουν μικρότερο οικονομικό αποτύπωμα, όμως η καθημερινή πίεση ρευστότητας στην αγορά είναι έντονη και διάχυτη. Αυτό σημαίνει ότι πολλές επιχειρήσεις βρίσκονται σε κατάσταση «οριακής επιβίωσης», χωρίς ακόμη να έχουν περάσει στο στάδιο της επίσημης πτώχευσης.
Ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα είναι η κουλτούρα καθυστερημένων πληρωμών που έχει παγιωθεί στην ελληνική αγορά. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι μεγάλοι παίκτες επιβάλλουν δυσανάλογους όρους στους μικρότερους προμηθευτές, μετατρέποντας τις καθυστερήσεις σε πρακτική επιχειρηματικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο με αυστηρότερους κανόνες και ανώτατα χρονικά όρια πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, προτείνοντας ακόμη και όριο 30 ημερών στις B2B συναλλαγές. Ωστόσο, η εφαρμογή τέτοιων κανόνων απαιτεί ουσιαστικούς μηχανισμούς και αλλαγή νοοτροπίας από την ελληνική πατέντα της μεταχρονολογημένης επιταγής.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα συνδέεται και με τη γενικότερη αδυναμία πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση. Τα υψηλά επιτόκια και τα αυστηρά τραπεζικά κριτήρια αποκλείουν πολλές επιχειρήσεις από νέο δανεισμό, με αποτέλεσμα να βασίζονται αποκλειστικά στις εισπράξεις τους για να επιβιώσουν. Όταν αυτές οι εισπράξεις καθυστερούν, η αγορά εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο έλλειψης ρευστότητας. Παράλληλα, αυξάνονται και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, με την ΑΑΔΕ να στοχεύει το 2026 σε είσπραξη άνω των 3,2 δισ. ευρώ από παλαιές οφειλές. Αυτό σημαίνει ότι πολλές επιχειρήσεις βρίσκονται ταυτόχρονα πιεσμένες από ιδιωτικές και δημόσιες υποχρεώσεις, χωρίς επαρκή χρηματοδοτική «ανάσα».
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συνδυασμό μέτρων. Πρώτον, χρειάζεται ταχύτερη αποπληρωμή των υποχρεώσεων του Δημοσίου προς ιδιώτες. Δεύτερον, απαιτείται ουσιαστική ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων και εγγυοδοτικών μηχανισμών. Τρίτον, πρέπει να ενισχυθεί η προστασία των μικρών προμηθευτών απέναντι σε καταχρηστικές εμπορικές πρακτικές. Και τέλος, η αγορά χρειάζεται ένα πιο σταθερό οικονομικό περιβάλλον, με χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.
Η αθέτηση πληρωμών μεταξύ επιχειρήσεων δεν είναι απλώς ένα λογιστικό πρόβλημα. Είναι ένας δείκτης της πραγματικής αντοχής της αγοράς. Και σήμερα, πίσω από τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και τις αισιόδοξες μακροοικονομικές προβλέψεις, η ελληνική επιχειρηματικότητα στέλνει ένα σαφές μήνυμα: χωρίς επαρκή ρευστότητα και συνέπεια στις συναλλαγές, η αγορά κινδυνεύει να εισέλθει σε μια νέα περίοδο σιωπηλής ασφυξίας. Η μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων θα ήταν μια σημαντική ανάσα ρευστότητας για την ελληνική αγορά.

