ατ’ αρχάς, μία σημαντική διευκρίνιση˙ το φαινόμενο του «Αδωνισμού» αφορά παραδόξως λιγότερο τον Άδωνη Γεωργιάδη και περισσότερο το σύνολο της κυβερνητικής παράταξης.
- Γράφει η Θεώνη Κουφονικολάκου – Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης
Η Νέα Δημοκρατία θέλει διακαώς να αγκαλιάσει πολύ πιο τρυφερά το ακροδεξιό και ακραιφνώς δεξιό ακροατήριό της, αλλά ντρέπεται να μας το πει.
Ο τρόπος διαχείρισης της ντροπής της, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Αποσύρεται άναρχα και αδέξια από τα πολιτικά προτάγματα και τις αξίες του προοδευτικού κέντρου και επιδίδεται σε έναν τοξικό «χορό». Τον ρόλο του «χορευτή» όμως, δεν μπορεί να τον παίξει όποιος όποιος.
Όταν η ΕΛ.Α.Σ. ανεβαίνει δημοσκοπικά, χρειάζεται ένας Κυρανάκης, που θα κατηγορήσει τη Συμπαράταξη για ανοχή στην τρομοκρατία, εργαλειοποιώντας παράλληλα πολιτικά έναν τραγικό θάνατο. Τι κι αν η ΕΛ.Α.Σ. καταδίκασε αμέσως και απερίφραστα την τρομοκρατική επίθεση που στοίχισε τη ζωή στη Βάγια Νέστωρα; Δεν παίζει κάποιο ρόλο για τους οπαδούς της τοξικότητας.
Όταν πάλι πραγματοποιείται συνέντευξη τύπου, στην οποία με στοιχεία και τεκμηριωμένα επιχειρήματα, αποδομείται το αφήγημα περί επιτυχιών της Νέας Δημοκρατίας και παρουσιάζονται οι συντριπτικές επιπτώσεις στον κοινωνικό ιστό και οι επώδυνα χαμένες ευκαιρίες της επταετίας της διακυβέρνησής της, εμφανίζεται ο Άδωνις Γεωργιάδης και βγάζει σαν άλλος ταχυδακτυλουργός από το μαγικό καπέλο του, τις δηλώσεις που έκανε ο Κοντονής το 2021 (!) για τους Ποινικούς Κώδικες.
Τι κι αν η συζήτηση προσβάλλει ανάρμοστα μία ολόκληρη ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή με συμμετοχή δικαστικών και έγκριτων πανεπιστημιακών, που υπέβαλαν την πρόταση;
Τι κι αν η υπόθεση έχει εξεταστεί από τη Δικαιοσύνη; Καμία σημασία δεν έχει ότι αρχειοθετήθηκε δύο φορές από την Εισαγγελία Πρωτοδικών ενώ, όταν ο Εισαγγελέας Εφετών επανήλθε ζητώντας έρευνα, κλήθηκαν να καταθέσουν ο κ. Κοντονής, ο πρόεδρος της νομοπαρασκευαστικής, κ. Αργυρόπουλος και ο κ. Πρετεντέρης για τα όσα έγραψε σχετικά. Ο τελευταίος μάλιστα είπε ότι δε γνωρίζει συγκεκριμένα περιστατικά συναλλαγής και ότι το κείμενό του στηρίχτηκε στις δημόσιες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Ο κ. Αργυρόπουλος επιβεβαίωσε πως δεν υπήρχε καμία παρέμβαση στο έργο της Επιτροπής και, όσο για τον κ. Κοντονή, η διάταξη ανέφερε «αντί να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του στα διάφορα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης και να παραθέσει, όπως δήλωνε ο ίδιος, συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, που διέθετε, για τις «δόλιες και σκόπιμες ενέργειες» και «συναλλαγές» συγκεκριμένων μελών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και τρίτων, προσπάθησε να εξαιρέσει τον εαυτό του από τις νομοθετικές μεταβολές διατάξεων των Κωδίκων» (πηγή: δημοσίευμα ΕφΣυν 8.2.2023).
Αλλά η λάσπη πετιέται και μένει. Οι εντυπώσεις αιωρούνται πάνω από τα δημόσια πρόσωπα, που είναι ευάλωτα σε τέτοιου είδους «χτυπήματα».
Οι υπαναχωρήσεις σε δημόσιες δηλώσεις, που συνήθως έπονται τέτοιων εξωφρενικών επιθέσεων, είναι προσχηματικές. Υπάρχουν μόνο για να υπάρχουν, αλλά στερούνται πολιτικού νοήματος. Το περιστασιακό «άδειασμα» του κυβερνητικού εκπροσώπου ή οι φαινομενικές αποστάσεις του πρωθυπουργού μετά από τέτοιες ανήθικες επιθέσεις, δεν σημαίνουν τίποτα περισσότερο από το ότι η Νέα Δημοκρατία έχει μεγάλη ανάγκη να φέρεται τοξικά αλλά να προσποιείται κάτι άλλο. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, υπάρχουν στελέχη της που είναι αξιόλογα και μετριοπαθή αλλά το περίκλειστο σύστημα της ηγεσίας της έχει κάνει ήδη τις επιλογές του.
Το ερώτημα είναι πώς απαντάει υπό τις συνθήκες αυτές ένας προοδευτικός πολιτικός φορέας.
Δεν απαντάει. Εστιάζει στο θετικό πολιτικό του μήνυμα, στα προβλήματα της κοινωνίας και στις στιβαρές προγραμματικές θέσεις του. Στρέφει τα αυτιά και όλη την προσοχή του στους πολίτες και τροφοδοτεί -παρά τις διαδοχικές προκλήσεις- μία κουλτούρα υπηρεσίας και λογοδοσίας προς αυτούς. Μία σταθερή δύναμη προόδου οφείλει να τα αποδεικνύει όλα αυτά κάθε μέρα. Είναι πολύ δύσκολο, μα είναι και τόσο αναγκαίο…

