Παλαιότερα το «φεύγω έξω» ακουγόταν σαν περιπέτεια. Λονδίνο, Βερολίνο, Άμστερνταμ, Κοπεγχάγη, λίγη βροχή, λίγη ανεξαρτησία, ένα ποδήλατο, ένας καφές στο χέρι και η ψευδαίσθηση ότι η ζωή ξεκινά μόλις περάσεις τον έλεγχο διαβατηρίων.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Ήταν όνειρο, φιλοδοξία, άνοιγμα στον κόσμο. Σήμερα για πολλούς νέους δεν είναι ακριβώς όνειρο. Είναι plan b. Δηλαδή, το σχέδιο που ενεργοποιείται όταν το plan a -να μείνεις, να δουλέψεις, να νοικιάσεις, να ζήσεις αξιοπρεπώς στη χώρα σου- αρχίζει να μοιάζει με ανέκδοτο που το είπε δημόσιος οργανισμός.
Η νέα γενιά δεν φεύγει πάντα με σημαίες, δράματα και αποχαιρετιστήρια ποστ. Συχνά φεύγει αθόρυβα. Κάνει αιτήσεις, στέλνει βιογραφικά, ψάχνει μεταπτυχιακά, ρωτάει φίλους που ήδη ζουν έξω, συγκρίνει μισθούς, ενοίκια, ασφάλειες, προοπτικές. Δεν το λέει καν «μετανάστευση». Το λέει «να δω λίγο τι παίζει». Και αυτό το «λίγο» καμιά φορά κρατάει δέκα χρόνια.
Το πιο πικρό είναι ότι πολλοί από αυτούς δεν θέλουν πραγματικά να φύγουν. Θέλουν να μπορούν να μείνουν. Θέλουν μια δουλειά που να μην παρουσιάζεται ως «ευκαιρία» όταν στην πραγματικότητα είναι πρακτική με καφέδες, άγχος και αμοιβή συμβολικού χαρακτήρα. Θέλουν ενοίκιο που να μη μοιάζει με λύτρα. Θέλουν αξιοκρατία χωρίς να χρειάζεται γνωστός, κουμπάρος, θείος, παλιός συμφοιτητής του πατέρα ή κάποιος «να βάλει μια κουβέντα». Θέλουν μια χώρα που να μη θυμάται τους νέους μόνο στις καμπάνιες, στις εκλογές και στα αφιερώματα για το brain drain.
Συχνά μιλάμε για το brain drain σαν να πρόκειται για στατιστική. Στην πραγματικότητα είναι άδεια παιδικά δωμάτια, οικογενειακά τραπέζια με βιντεοκλήση, παρέες που σκορπίζουν σε ζώνες ώρας, γονείς που μαθαίνουν να λένε «καλά είναι εκεί» με χαμόγελο και μάτια που προδίδουν άλλα. Είναι η Ελλάδα που σπούδασε τα παιδιά της, τα καμάρωσε, τα κούρασε και μετά τα είδε να ανοίγουν χάρτη.
Βέβαια, το εξωτερικό δεν είναι παράδεισος. Έχει μοναξιά, νοσταλγία, γραφειοκρατία, ενοίκια-τέρατα, ουρανό που μοιάζει μονίμως άπλυτος και ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν γιατί ο καφές πρέπει να κρατάει τρεις ώρες. Αλλά συχνά προσφέρει κάτι που εδώ μοιάζει πολυτέλεια: προοπτική. Όχι τίποτα θαύματα. Μια στοιχειώδη αίσθηση ότι αν προσπαθήσεις, κάτι μπορεί να κινηθεί.
Η Gen Z δεν φεύγει επειδή μισεί τη χώρα της. Κάθε άλλο. Φεύγει επειδή κουράστηκε να την αγαπάει χωρίς ανταπόκριση. Και κάπως έτσι το «φεύγω έξω» έπαψε να είναι μεγάλη απόφαση ζωής. Έγινε κουμπί ασφαλείας. Μια έξοδος κινδύνου από ένα δωμάτιο που όλοι επαινούν για το φως του, αλλά κανείς δεν πληρώνει το νοίκι του.

