Κάθε φορά που εξετάζουμε ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον, τη ρύπανση και τη σταδιακή εξάντληση των φυσικών πόρων αναδεικνύονται κρίσιμες προκλήσεις που θα έπρεπε να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του δημόσιου διαλόγου.
- Δρ Ζέφη Δημαδάμα, Λέκτορας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος ¨Ένωσης Γυναικών Ελλάδας, Αθήνας
Και αυτό γιατί οι συνέπειές τους δεν αποτελούν δευτερεύουσες ή απλώς παράπλευρες απώλειες. Αφορούν άμεσα τη διατροφή μας, την ποιότητα των τροφίμων μας και τελικά τη δημόσια υγεία συνολικά.
Ένα τέτοιο κρίσιμο ζήτημα είναι τα μεταλλαγμένα τρόφιμα ή γενετικά τροποποιημένα προϊόντα, τα οποία θα βρίσκονται πλέον στο τραπέζι μας. Η χρήση της γενετικής τεχνολογίας παρουσιάζεται συχνά ως απάντηση στην ανάγκη αύξησης της αγροτικής παραγωγής, της αντιμετώπισης των ασθενειών και της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοούμε τα σοβαρά ερωτήματα που συνοδεύουν τη μαζική εξάπλωσή της. Οι γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες ενδέχεται να επηρεάσουν τη βιοποικιλότητα, να επιμολύνουν συμβατικές ή βιολογικές καλλιέργειες και να ενισχύσουν την εξάρτηση των παραγωγών από λίγες μεγάλες εταιρείες, οι οποίες ελέγχουν τους σπόρους, τα φυτοφάρμακα και την τεχνογνωσία.
Και βέβαια, η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη πιο επίκαιρη εξαιτίας της πρόσφατης εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur, δηλαδή της Βραζιλίας, της Αργεντινής, της Παραγουάης και της Ουρουγουάης, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται προσωρινά την 1η Μαΐου 2026.
Η συμφωνία δημιουργεί μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως και προβλέπει τη σταδιακή μείωση των δασμών σε μεγάλο αριθμό προϊόντων.
Τι γνωρίζουμε, όμως, εμείς οι πολίτες για αυτήν; Ποια είναι τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία και γιατί υπάρχει ουσιαστική ενημέρωση;
Οι υποστηρικτές της συμφωνίας τονίζουν ότι μπορεί να ενισχύσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, να δημιουργήσει νέες αγορές για ευρωπαϊκά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο, το κρασί και τα τυποποιημένα τρόφιμα, και να συμβάλει στη διαφοροποίηση των διεθνών εμπορικών σχέσεων της Ευρώπης.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι όλα τα προϊόντα που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά εξακολουθούν να οφείλουν να συμμορφώνονται με τους κανόνες της ΕΕ για την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία των ζώων και την προστασία των φυτών.
Οι ανησυχίες, όμως, παραμένουν σοβαρές. Οι χώρες της Mercosur συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους παραγωγούς και εξαγωγείς σόγιας, καλαμποκιού, κρέατος και ζωοτροφών, ενώ χρησιμοποιούν σε μεγάλη κλίμακα γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες.
Τι σημαίνει, επομένως, αυτό για τα προϊόντα που θα εισάγονται στην Ευρώπη; Οι Ευρωπαίοι αγρότες καλούνται να συμμορφώνονται με αυστηρούς κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος, τη χρήση φυτοφαρμάκων, την ιχνηλασιμότητα και την καλή μεταχείριση των ζώων.
Είναι, συνεπώς, εύλογο να απαιτούν αντίστοιχες εγγυήσεις για τα εισαγόμενα προϊόντα, ώστε να μη δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Και ναι, για αυτό τον λόγο, η Ευρώπη υιοθέτησε το 2026 πρόσθετες ρήτρες διασφάλισης και προστασίας των παραγωγών.
Οι ρήτρες αυτές είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν. Η προστασία των παραγωγών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις τιμές και στις ποσότητες των εισαγωγών. Απαιτούνται συστηματικοί έλεγχοι, πλήρης ιχνηλασιμότητα, σαφής επισήμανση των προϊόντων, έλεγχος των υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων και δεσμευτικοί μηχανισμοί κατά της αποψίλωσης των δασών και της καταστροφής της βιοποικιλότητας.
Ο καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει τι αγοράζει, από πού προέρχεται το προϊόν και υπό ποιες συνθήκες παράχθηκε.
Η συμφωνία Ευρώπης – Mercosur αποτελεί μια κρίσιμη δοκιμασία, με αρκετές «γκρίζες ζώνες». Η τροφή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εμπόρευμα. Αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα, στοιχείο πολιτισμού και βασική προϋπόθεση για την κοινωνική συνοχή και την προάσπιση της δημόσιας υγείας.

