Στην πολιτική ζωή, η κυβέρνηση δεν πέφτει από ένα γεγονός, αλλά από τη βαρύτητα της ίδιας της πραγματικότητας. Και σήμερα, η χώρα μοιάζει να ζει ακριβώς αυτή τη στιγμή: μια παρατεταμένη κυβερνητική ανάσα που περισσότερο μοιάζει με εκπνοή παρά με σχέδιο.
- της Ελένης Βατσινά Βουλευτής Ν. Ηρακλείου με το ΠΑΣΟΚ
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζει πλέον τα χαρακτηριστικά μιας διακυβέρνησης που δεν απαντά στα προβλήματα, αλλά τα περιγράφει με επιμέλεια. Και όσο πιο επιμελής γίνεται η περιγραφή, τόσο ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες για λύση. Τα σκάνδαλα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, άλλοτε με τη μορφή θεσμικών ρωγμών, άλλοτε με τη μορφή πιο «δημιουργικής» διαχείρισης της διαφάνειας, δεν λειτουργούν πλέον ως εξαιρέσεις, αλλά ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Σχεδόν σαν πολιτική… σχολή με σταθερή ύλη αλλά και σταθερή άρνηση αναθεώρησης.
Και βέβαια, όταν η πραγματικότητα γίνεται επίμονη, η επικοινωνία αναλαμβάνει ρόλο θεραπευτή. Οι δείκτες της οικονομίας -λένε ότι- ανεβαίνουν, οι πολίτες όμως επιμένουν να μην το αντιλαμβάνονται. Προφανώς από κάποια… παρεξήγηση της καθημερινότητας!
Στο μεταξύ, η δημόσια συζήτηση εμπλουτίζεται με νέα «υποδείγματα επανεκκίνησης». Το rebranding του Αλέξη Τσίπρα επιχειρεί να αποδείξει ότι η πολιτική είναι, πάνω από όλα, ζήτημα αισθητικής ανανέωσης. Σαν να αλλάζεις ταπετσαρία σε ένα σπίτι και να περιμένεις ότι θα εξαφανιστούν και τα δομικά του προβλήματα. Μόνο που οι πολίτες θυμούνται -και η μνήμη, δυστυχώς για τέτοιου είδους προσπάθειες, δεν συμφωνεί με τα Δελτία Τύπου.
Και κάπου εκεί ανάμεσα στη φθορά του παρόντος και τη νοσταλγία του παρελθόντος, εμφανίζονται και τα νέα πολιτικά σχήματα που φιλοδοξούν να εκφράσουν την «αγανάκτηση της κοινωνίας». Το εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού είναι ενδεικτικό: γεννημένο από μια βαθιά και απολύτως υπαρκτή κοινωνική ένταση, από μια αληθινή ανοιχτή πληγή για όλη την κοινωνία, αλλά χωρίς το πολιτικό σώμα που απαιτείται για να τη μετατρέψει σε πρόταση διακυβέρνησης. Προς το παρόν, περισσότερο μοιάζει με κραυγή που ψάχνει λέξεις παρά με πρόγραμμα που διεκδικεί εξουσία. Μετά την κραυγή, όμως, τι;
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η συζήτηση για εκλογές δεν είναι απλώς θεσμική υποχρέωση. Είναι ζήτημα πολιτικής αναπνοής. Όταν η κυβέρνηση αρχίζει να αντιμετωπίζει τη φθορά της ως φυσικό φαινόμενο, τότε η δημοκρατία εγκλωβίζεται. Και χρειάζεται ανανέωση όχι από συνήθεια, αλλά από ανάγκη.
Και εδώ ακριβώς γεννιέται το πραγματικό ερώτημα: ποιος μπορεί να εκφράσει πειστικά την επόμενη μέρα; Όχι με συνθήματα, ούτε με ανακυκλωμένες βεβαιότητες, αλλά με οργανωμένο σχέδιο και συνοχή.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη ούτε από μια κυβέρνηση που θεωρεί την πραγματικότητα… επικοινωνιακή λεπτομέρεια, ούτε από μια αντιπολίτευση που πιστεύει ότι η ιστορία ξεκινά κάθε φορά από την αρχή.
Χρειάζεται κάτι πιο δύσκολο: πρόγραμμα. Σαφές, κοστολογημένο, κοινωνικά στοχευμένο, όπως αυτό που έχει ολοκληρωμένα παρουσιάσει σαν ψηφιδωτό των κοινωνικών αναγκών μόνο το ΠΑΣΟΚ. Με πυρήνα όχι την ευημερία των αριθμών, αλλά την ευημερία των ανθρώπων -εκεί όπου αποδεικνύεται ότι η κυβέρνηση της ΝΔ έχει αποτύχει παταγωδώς.
Για αυτό και οι εκλογές δεν είναι απλώς «επικείμενες». Είναι ήδη αργοπορημένες. Γιατί η πολιτική φθορά απαιτεί το αυτονόητο: να αποτυπωθεί η πραγματικότητα στις κάλπες πριν συνηθίσουμε να την αποκαλούμε κανονικότητα.

