Τα τελευταία χρόνια η ευρωπαϊκή και η ελληνική αγορά βιώνει μια πρωτοφανή εισβολή φθηνών προϊόντων μέσω κινεζικών ψηφιακών πλατφορμών με εφαρμογές ηλεκτρονικού εμπορίου, γνωστές ως «fast commerce» και «fashion commerce». Η ραγδαία αύξησή τους έχει αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες εκατομμυρίων Ευρωπαίων, αλλά ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα για αθέμιτο ανταγωνισμό, φορολογικά έσοδα, ασφάλεια προϊόντων και βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
- του Βασίλη Κορκίδη – πρόεδρος ΕΒΕΠ
Το μέγεθος του φαινομένου είναι εντυπωσιακό από το 2024 στο 2025, ενώ οι προβλέψεις για το 2026 ανεβάζουν υψηλότερα τον αριθμό των δεμάτων. Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το 2025 εισήλθαν στις ευρωπαϊκές χώρες περίπου 5,88 δισ. μικροδέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ, δηλαδή σχεδόν 15 εκατ. δέματα ημερησίως. Μάλιστα το 91% αυτών προέρχεται από μόλις τρεις ηλεκτρονικές πλατφόρμες της Κίνας.
Η ΕΕ θεωρεί ότι το υφιστάμενο σύστημα δημιούργησε ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα υπέρ των συγκεκριμένων πλατφορμών. Για τον λόγο αυτό αποφασίστηκε η κατάργηση της απαλλαγής για δέματα χαμηλής αξίας και η επιβολή διοικητικού τέλους 3 ευρώ ανά μικροδέμα από την 1η Ιουλίου 2026. Το μέτρο αφορά το 93% των ηλεκτρονικών εισαγωγών προς την ΕΕ, αλλά δεν αρκεί για να αποτρέψει το συγκριτικό πλεονέκτημα της τιμής.
Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα αισθητές, καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τον παραγωγικό επιχειρηματικό ιστό. Η συνεχής μεταφορά καταναλωτικής δαπάνης προς πλατφόρμες εκτός ΕΕ στερεί τζίρο από το οργανωμένο εμπόριο, περιορίζει τη φορολογική βάση και δυσχεραίνει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων που λειτουργούν με σαφώς υψηλότερο λειτουργικό κόστος.
Σύμφωνα με μελέτες που αφορούν στην Ελλάδα το 2024, οι κινεζικές πλατφόρμες προκάλεσαν ετήσια απώλεια περίπου 750 εκατ. ευρώ σε προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία, ενώ ο εμπορικός κλάδος έχασε 600 εκατ. ευρώ άμεσου τζίρου. Παράλληλα, καταγράφονται απώλειες 150 εκατ. ευρώ τελωνειακών και φορολογικών εσόδων. Το 2025 οι παραπάνω απώλειες αυξήθηκαν κατά 26%.
Εάν χρησιμοποιήσουμε τη γερμανική εμπειρία με ετήσιες απώλειες 3,7 δισ. ευρώ το 2025 ως σημείο αναφοράς και την αναγάγουμε στο σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι απώλειες για το ευρωπαϊκό λιανεμπόριο εκτιμάται ότι κυμαίνονται μεταξύ 19-20 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ η συνολική επίπτωση στην οικονομία της ΕΕ, μαζί με τις απώλειες προστιθέμενης αξίας, των φορολογικών εσόδων και των επενδύσεων υπερβαίνει τα 25 δισ. ευρώ ετησίως. Αυτές είναι οι εκτιμήσεις που χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως από οργανώσεις λιανεμπορίου και εμπορικούς φορείς στην Ευρώπη.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται λοιπόν μόνο στην απώλεια πωλήσεων. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν υπό αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, πληρώνοντας ΦΠΑ, εταιρικούς φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, περιβαλλοντικά τέλη και κόστος συμμόρφωσης προϊόντων. Αντίθετα, μεγάλο μέρος των εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες εισέρχεται στην αγορά με χαμηλότερο διοικητικό και φορολογικό κόστος, δημιουργώντας συνθήκες άνισου ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι εμφανίζονται οι κλάδοι της ένδυσης, της υπόδησης, των αξεσουάρ, των ειδών σπιτιού, των παιχνιδιών και των μικροηλεκτρονικών προϊόντων. Πρόκειται για τομείς όπου δραστηριοποιούνται εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη και οι οποίοι υφίστανται τις μεγαλύτερες πιέσεις από τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα τιμών των κινεζικών πλατφορμών.
Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εντείνει τους ελέγχους για την ασφάλεια των προϊόντων. Γνωστή κινεζική πλατφόρμα τιμωρήθηκε το 2026 με πρόστιμο 200 εκατ. ευρώ για παραβιάσεις του Digital Services Act σχετικά με την κυκλοφορία παράνομων και επικίνδυνων προϊόντων, ενώ έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη και για άλλες πλατφόρμες. Οι τρεις μεγαλύτερες πύλες εισόδου που συγκεντρώνουν το 56% του συνόλου των εισαγωγών της ΕΕ ήταν το 2025 το Βέλγιο με 1,37 δισ. δέματα, η Ουγγαρία με 974 εκατ. και η Ολλανδία με 936 εκατ. δέματα.
Η απάντηση της Ευρώπης δεν είναι η προστασία από τον ανταγωνισμό, αλλά η αποκατάσταση ίσων όρων ανταγωνισμού. Η επιβολή νέων τελωνειακών κανόνων, η ενίσχυση των ελέγχων και η μεγαλύτερη λογοδοσία των ψηφιακών πλατφορμών αποτελούν τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Η ΕΕ και το ΕΚ επισημαίνουν ότι το πρόβλημα συνδέεται με ύποπτες υποτιμολογήσεις κατά 65%, μη ασφαλή προϊόντα κατά 84%, με χρήση παραπλανητικών εκπτώσεων και εθιστικών τεχνικών πωλήσεων, όπως «dark pattern» και «mystery shopping».
Από τους Έλληνες ευρωβουλευτές ο Γιώργος Αυτιάς αντέδρασε πρώτος στον αθέμιτο ανταγωνισμό και ζήτησε ίδιους κανόνες, ίδιες υποχρεώσεις και ίσες ευκαιρίες στην αγορά. Η βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η προστασία των καταναλωτών και η διατήρηση των θέσεων εργασίας εξαρτώνται από τη διασφάλιση ενός πραγματικά ισότιμου επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Η ουσία του ζητήματος συνοψίζεται σε ένα απλό ερώτημα, εάν δηλαδή μπορεί η ευρωπαϊκή αγορά να παραμείνει ανταγωνιστική όταν οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα πλέγμα υποχρεώσεων, ενώ οι διεθνείς πλατφόρμες αξιοποιούν τα κενά του συστήματος. Η απάντηση της ΕΕ πρέπει να είναι σαφής στο συνολικό πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού τελωνειακού κώδικα, που θα συνδέει την κατάργηση των πλεονεκτημάτων χαμηλής αξίας με αυστηρότερους ελέγχους συμμόρφωσης.

