Παρότι έχουν περάσει 28 αιώνες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε η «Οδύσσεια» του Ομήρου, διατηρεί αμείωτη τη γοητεία της. Συναρπάζει μάλιστα η μεταφορά του στον κινηματογράφο του ομηρικού έπους από τον Κρίστοφερ Νόλαν, με την ταινία να εξελίσσεται ήδη σε ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Να το ξεκαθαρίσω από την αρχή. Δεν είδα (ακόμη) την ταινία. Αλλά και να την έβλεπα ομολογώ πως, πέραν των όσων γνωρίζω από μελέτη της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, δεν έχω τις ειδικές γνώσεις για να την θέσω υπό τον έλεγχο της κριτικής μου. Θα ήθελα όμως, με βάση των όσων μέχρι τώρα αναπτυχθεί εδώ, αλλά και σε Ευρώπη και Αμερική, να εκφέρω κάποιες γενικές απόψεις, που μπορεί να αποτελέσουν αφετηρία προβληματισμού και όχι κατ ανάγκη επιβεβαίωση ή μη της πιστότητας της ταινίας. Πολλοί άνθρωποι εξ άλλου έχουν πολλές διαφορετικές απόψεις για το τι σημαίνει πιστότητα σε ένα αρχαίο κείμενο. Υπάρχει δε μια πολύ μακρά παράδοση εδώ και οι διαμάχες για τον Όμηρο είναι σχεδόν τόσο παλιές όσο και τα ίδια τα ομηρικά κείμενα. Όπως οι διαμάχες, που ξέσπασαν τώρα ιδιαίτερα στο διαδίκτυο τόσο για κάποιες «λεπτομέρειες» της ταινίας, όπως: τα κράνη τύπου Μπάτμαν, τη χρήση της λέξης daddy -«μπαμπάς» από τον Τηλέμαχο του Τομ Χόλαντ , την επιλογή της μη λευκής Λουπίτα Νιόνγκο για τον διπλό ρόλο της Ωραίας Ελένης και της δίδυμης αδελφής της Κλυταιμνήστρας, μέχρι τον αρχαιοελληνικό πολιτισμ και το βαθύτερο νόημα, που εκπέμπει με την ταινία του ο Κρίστοφερ Νόλαν.
Η δημόσια συζήτηση, που έχει αναπτυχθεί γύρω από την «Οδύσσεια», η οποία δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για υπερπαραγωγή, με σκηνοθετική ευρηματικότητα, κατά πως αναγνωρίζεται από όλους, αλλά και άριστους ηθοποιούς, φαίνεται να περιστρέφεται κυρίως γύρω από το δεύτερο αν ο Νόλαν «συνομιλεί» ουσιαστικά με τον Όμηρο ή αν χρησιμοποιεί τον Όμηρο ως πρώτη ύλη για να αφηγηθεί μια σύγχρονη ιστορία.
Αν ισχύουν οι ενστάσεις που, και διεθνώς έχουν διατυπωθεί,( όπως από Ion Mask, Economist, Wall Street Iournal ), τότε δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας, αλλά σε μια ακόμη ανακατασκευή της σύμφωνα με τις ευαισθησίες του 21ου αιώνα. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα. Ο Οδυσσέας του Ομήρου δεν είναι ήρωας επειδή είναι «καλός άνθρωπος», όπως παρουσιάζεται στην «Οδύσσεια» του Νόλαν ,σύμφωνα με όσους έχουν δει το έργο. Είναι ήρωας επειδή είναι εξαιρετικά ευφυής, αδίστακτος όταν χρειάζεται, ψεύτης, επινοητικός, ανθεκτικός και βαθιά αντιφατικός. Σκοτώνει, εξαπατά, κρύβεται, μεταμφιέζεται, εκδικείται. Δεν είναι πρότυπο ηθικής· είναι πρότυπο επιβίωσης. Αυτή ακριβώς η ηθική αμφισημία είναι που τον καθιστά διαχρονικό.
Η σύγχρονη δυτική αφήγηση, όμως, δυσκολεύεται να ανεχθεί τέτοιους χαρακτήρες. Προτιμά ήρωες που διαθέτουν σαφές ηθικό πρόσημο, των οποίων ακόμη και τα σκοτεινά στοιχεία εξηγούνται από κάποιο τραύμα ή ψυχολογική πληγή. Έτσι ο Οδυσσέας κινδυνεύει να μετατραπεί όχι στον πολύτροπο βασιλιά της Ιθάκης, αλλά σε έναν ακόμη σύγχρονο πρωταγωνιστή που «κουβαλάει τα τραύματά του».
Παρόμοια ένσταση έχει διατυπωθεί και για την αισθητική του ταξιδιού. Η περιπλάνηση του Οδυσσέα δεν είναι μια εξωτική περιπέτεια με εντυπωσιακά τοπία, όπως πολύ καυστικά γράφει ο Economist. Είναι μια αδιάκοπη δοκιμασία, μια αλυσίδα απωλειών. Σε κάθε στάση ο ήρωας χάνει ανθρώπους, χρόνο, αξιοπρέπεια, ακόμη και την ελπίδα του. Αν αυτή η αγωνία υποχωρεί υπέρ ενός εντυπωσιακού τουρισμού εικόνων, όπως κάποιοι αναφέρουν για την ταινία, τότε αλλοιώνεται ο πυρήνας της Οδύσσειας. Το ταξίδι παύει να είναι βάσανος και γίνεται θέαμα.
Το ίδιο ισχύει και για τα μυθικά τέρατα. Ο Κύκλωπας δεν είναι ένα ακόμη κινηματογραφικό τέρας για να επιδείξει τα επιτεύγματα των ψηφιακών εφέ. Είναι η ενσάρκωση της βίας χωρίς νόμο, της δύναμης χωρίς πολιτισμό. Ολόκληρο το επεισόδιο είναι μια σύγκρουση δύο μορφών ευφυΐας και δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον κόσμο. Αν περιοριστεί σε οπτικό εντυπωσιασμό, χάνει το φιλοσοφικό του βάρος.
Υπάρχει ακόμη μια συζήτηση που φαίνεται να επιστρέφει σχεδόν υποχρεωτικά σε κάθε σύγχρονη παραγωγή: η αναπαράσταση των προσώπων της αρχαιότητας. Το αν η Ελένη ή οποιοσδήποτε άλλος χαρακτήρας απεικονίζεται με τρόπο που αποκλίνει από τις αρχαίες πηγές δεν είναι κατ’ ανάγκην αισθητικό πρόβλημα, όπως μεταξύ των άλλων επισημάνσεων έκανε ο Ιον Μασκ. ( Ο οποίος δηλώνει έτοιμος να χρηματοδοτήσει με 100 εκατ. δολάρια κινηματογραφική ταινία με θέμα την Οδύσσεια , όπως ακριβώς την περιγράφει ο Όμηρος και στην αρχαϊκή ελληνική γλώσσα γυρισμένη). Γίνεται όμως πρόβλημα όταν η επιλογή δεν υπηρετεί κάποια καλλιτεχνική ανάγνωση αλλά μοιάζει να υπαγορεύεται από σύγχρονες ιδεολογικές ανάγκες. Κάθε δημιουργός έχει δικαίωμα στην ελευθερία της αναδημιουργίας. Αντίστοιχα, όμως, και το κοινό έχει δικαίωμα να επισημαίνει πότε μια τέτοια επιλογή απομακρύνεται συνειδητά από το ιστορικό και λογοτεχνικό πλαίσιο.
Βεβαίως, θα ήταν άδικο να απαιτεί κανείς από τον Νόλαν να γυρίσει ένα κινηματογραφημένο σχολικό εγχειρίδιο. Και άλλοι-πολλοί- σε κινηματογραφικές παραγωγές (Κιούμπρικ, Κουροσάβα, Κοέν, Παζολίνι) δεν υπήρξαν πιστοί εικονογράφοι των πηγών τους. Η μεγάλη τέχνη συχνά γεννιέται από την απόκλιση. Το ερώτημα είναι άλλο στην περίπτωση της Οδύσσειας: η απόκλιση φωτίζει τον Όμηρο ή τον αντικαθιστά; Αν ο Όμηρος χρησιμοποιείται απλώς ως γνωστό εμπορικό όνομα για να ειπωθεί μια ιστορία που θα μπορούσε να αφορά οποιονδήποτε σύγχρονο ήρωα, τότε η σύνδεση με την Οδύσσεια γίνεται περισσότερο διαφημιστική παρά δημιουργική. (Και σ αυτό το σημείο να επισημανθεί η τεράστια διαφήμιση που γίνεται για την Ελλάδα και την Ιθάκη της με την ταινία του Νόλαν). Αντίθετα, αν η ταινία κατορθώνει να διατηρήσει την ειρωνεία, την πολυπλοκότητα, την αμφισημία και την υπαρξιακή αγωνία του έπους, τότε ακόμη και οι μεγαλύτερες αποκλίσεις μπορούν να δικαιολογηθούν.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η μοίρα κάθε μεγάλης αφήγησης. Κάθε εποχή ξαναδιαβάζει τον Όμηρο μέσα από τα δικά της φίλτρα. Ο 19ος αιώνας έβλεπε τον εθνικό ήρωα. Ο 20ός ανακάλυψε τον υπαρξιακό άνθρωπο. Ο 21ος φαίνεται να αναζητά τον τραυματισμένο εαυτό.
Και το ερώτημα δεν είναι αν ο Νόλαν πρόδωσε τον Όμηρο, όπως μερικοί υποστηρίζουν. Είναι αν ο δικός μας πολιτισμός μπορεί ακόμη να ανεχθεί έναν ήρωα όπως τον συνέλαβε ο ποιητής: έναν άνθρωπο σπουδαίο όχι επειδή είναι ηθικά άμεμπτος, αλλά επειδή είναι αθεράπευτα ανθρώπινος.
Η πραγματική ιδιοφυΐα του Ομήρου δεν είναι ότι έγραψε μια ιστορία με τέρατα, θεούς και ήρωες. Είναι ότι έγραψε έναν κόσμο όπου κανείς δεν είναι απολύτως αθώος και κανείς δεν είναι απολύτως ένοχος. Ο Οδυσσέας είναι συγχρόνως θαυμαστός και επικίνδυνος. Η Αθηνά είναι προστάτιδα αλλά και χειραγωγός. Οι μνηστήρες είναι αλαζόνες, όμως η σφαγή τους δεν παρουσιάζεται ως εύκολη ηθική λύση. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι που κάνει τον Όμηρο σύγχρονο ακόμη και μετά από τρεις χιλιετίες.
Αν επιχειρούμε να εξομαλύνουμε αυτές τις αντιφάσεις ώστε να ταιριάζουν στις σημερινές ευαισθησίες, δεν εκσυγχρονίζουμε τον Όμηρο· τον απλοποιούμε. Και η απλοποίηση είναι σχεδόν πάντα ο μεγαλύτερος εχθρός της μεγάλης λογοτεχνίας.
Και κάτι ακόμα: Ο Όμηρος δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με τον 21ο αιώνα για να παραμείνει μεγάλος. Ίσως, αντίθετα, ο 21ος αιώνας χρειάζεται να αντέξει έναν Όμηρο που δεν συμμερίζεται τις δικές του βεβαιότητες.
Και κάθε εποχή έχει δικαίωμα να ξαναδιαβάζει τον Όμηρο. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να απαιτεί από τον Όμηρο να γίνει σύγχρονός της.
Και αυτή κατά τη γνώμη μου, είναι η ουσία της συζήτησης. Δεν αφορά μόνο τον Νόλαν. Αφορά σχεδόν κάθε σύγχρονη μεταφορά ενός κλασικού έργου: πού τελειώνει η δημιουργική ερμηνεία και πού αρχίζει η αντικατάσταση του πρωτοτύπου από τις ιδεολογικές και ψυχολογικές εμμονές της δικής μας εποχής.
Είναι μια συζήτηση που αξίζει να γίνεται με ψυχραιμία και γνώση του ίδιου του Ομήρου, όχι μόνο της κινηματογραφικής του μεταφοράς.
Εν κατακλείδι θεωρώ ότι η σχετική μέχρι τώρα συζήτηση γύρω από την Οδύσσεια και γενικώς για τέτοια ζητήματα, εξελίσσεται εύκολα σε πολωμένη. Από τη μία υπάρχουν όσοι αντιμετωπίζουν κάθε αλλαγή ενός κλασικού έργου ως «ιεροσυλία». Από την άλλη, όσοι θεωρούν ότι κάθε σύγχρονη ανάγνωση είναι αυτομάτως πρόοδος. Καμία από τις δύο στάσεις δεν βοηθά ιδιαίτερα.
Θεωρώ ότι η πιο ενδιαφέρουσα κριτική είναι αυτή που ξεκινά από το ίδιο το έργο. Αν μιλάμε για τον Όμηρο, ας τον μελετήσουμε πρώτα. Ας δούμε πρώτα τι έγραψε σε Ιλιάδα και Οδύσσεια και έπειτα να μπορέσουμε να αναρωτηθούμε γιατί ένας σκηνοθέτης επέλεξε να κάνει κάποιες αλλαγές και αν αυτές οι αλλαγές κάνουν το έργο βαθύτερο ή απλώς διαφορετικό. Αξίζει να προσεγγίζουμε τις όποιες αλλαγές με γνώση, αλλά και με διάθεση να εξετάζουμε διαφορετικές οπτικές
Ο Νόλαν, όπως κάθε μεγάλος δημιουργός, έχει κάθε δικαίωμα να ερμηνεύσει την Οδύσσεια όπως επιθυμεί. Αντίστοιχα, ο θεατής και ο αναγνώστης έχουν κάθε δικαίωμα να πουν: «Αυτό είναι ένας εξαιρετικός Νόλαν, αλλά δεν είναι ο Όμηρος» ή, αντίθετα, «Μέσα από τις αλλαγές του κατάφερε να φωτίσει κάτι που δεν είχα προσέξει στο έπος». Αυτές είναι αισθητικές κρίσεις· δεν χρειάζεται να μετατρέπονται σε ιδεολογικές διαμάχες.
Ο ίδιος ο Όμηρος, άλλωστε, άντεξε σχεδόν τρεις χιλιετίες ακριβώς επειδή δεν χωράει σε εύκολες κατηγορίες. Κάθε γενιά τον ξαναδιαβάζει, αλλά καμία δεν τον εξαντλεί.

