Για δεκαετίες, η ελληνική πολιτική σκηνή ήταν χαραγμένη από μία βαθιά γραμμή. Δεξιά ή Αριστερά. Αυτή η διαίρεση δεν ήταν απλώς εκλογική, ήταν ταυτότητα, οικογενειακή παράδοση, σχεδόν γενετικό χαρακτηριστικό. Ψήφιζες αυτό που ψήφιζε ο πατέρας σου.
Σήμερα, αυτό το μοντέλο έχει σχεδόν καταρρεύσει.
- Άρθρο του Θανάση Παπαμιχαήλ – Επικοινωνιολόγος-Συγγραφέας Οδηγών Πολιτικής Αυτοβελτίωσης
Έρευνες και αναλύσεις δείχνουν πως μόνο ένα τμήμα ψηφοφόρων -και κυρίως άνω των 55 ετών- εξακολουθεί να αποφασίζει με βάση ιδεολογικές συντεταγμένες. Για τη συντριπτική πλειοψηφία, ο άξονας Δεξιά-Αριστερά έχει χάσει το νόημά του. Δεν είναι κρίση ιδεολογίας· είναι κρίση εμπιστοσύνης στο σύνολο του πολιτικού συστήματος.
Στη θέση της παλιάς διαίρεσης έχει εμφανιστεί μία νέα, πιο διαφωτιστική για την κατάσταση της δημοκρατίας μας, αυτή ανάμεσα στον ορθολογικό, θετικό ψηφοφόρο και τον θυμωμένο, τιμωρητικό ψηφοφόρο.
Ο πρώτος ψηφίζει αξιολογώντας. Κοιτά αποτελέσματα, συγκρίνει προτάσεις, σκέφτεται μπροστά. Είναι πολίτης που, ακόμα και δυσαρεστημένος, επιλέγει με κριτήριο το αύριο.
Ο δεύτερος ψηφίζει για να τιμωρήσει. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα, όσο ποιος θα πληγεί περισσότερο από την ψήφο του. Η επιλογή του δεν είναι πολιτική πράξη, είναι κραυγή οργής.
Και αυτή η κραυγή, όταν γίνεται συλλογική, μπορεί να αποβεί καταστροφική για τη χώρα. Το ποσοστό αυτής της «τιμωρητικής ψήφου» δεν είναι αμελητέο. Είναι αρκετά μεγάλο ώστε να αλλάζει αποτελέσματα, να ανεβάζει κόμματα χωρίς πρόγραμμα και να ανοίγει πόρτες που δύσκολα ξανακλείνουν.
Το πρόβλημα δεν είναι ο θυμός. Ο θυμός είναι συχνά δίκαιος.
Το πρόβλημα είναι όταν ο θυμός αντικαθιστά την κρίση. Όταν η επιθυμία για τιμωρία γίνεται ισχυρότερη από την επιθυμία για λύση.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται μόνο ψηφοφόρους που πηγαίνουν στις κάλπες. Χρειάζεται ψηφοφόρους που σκέφτονται προτού ρίξουν το ψηφοδέλτιο.
Η ψήφος του θυμού είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Δημοκρατία.

