Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι πολεμικές συγκρούσεις πληθαίνουν και οι βεβαιότητες της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης δοκιμάζονται ολοένα και περισσότερο. Οι παραδοσιακοί κανόνες αμφισβητούνται, το διεθνές δίκαιο παραβιάζεται και οι θεσμοί συχνά μοιάζουν αδύναμοι να συγκρατήσουν τη βία των ισχυρών. Αυτό έγινε παραπάνω από σαφές με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα, καθώς και τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν και στον Λίβανο.
- της δρος Ζέφης Δημαδαμα, Λέκτορας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, πρόεδρος Ένωσης Γυναικών Ελλάδας, Αθήνας
Αν δούμε προσεκτικότερα, ωστόσο, την εξέλιξη των συρράξεων αυτών, ανακύπτουν ενδιαφέροντα δεδομένα, παρά την τραγικότητα των εχθροπραξιών. Η αρχική υπόθεση ήταν ότι η ισχύς θα έκρινε τα πάντα και πολύ γρήγορα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, μαζί με το Ισραήλ, που επιδιώκει να επιβεβαιώσει τον ρόλο του ως περιφερειακού αδιαμφισβήτητου «ηγεμόνα», έπληξαν ένα Ιράν αποδυναμωμένο από εσωτερικές διαμαρτυρίες, οικονομική πίεση και έντονη καταστολή.
Όμως το Ιράν αντιστάθηκε και δεν κατέρρευσε. Έτσι, μετά από εβδομάδες συρράξεων επέστρεψε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς την αρχική εντύπωση ενός χαμένου παίκτη. Αν δούμε το μνημόνιο που ετοιμάστηκε για το άνοιγμα εκ νέου των Στενών του Ορμούζ, της ενεργειακής αρτηρίας του πλανήτη, και με βάση όσα μαθαίνουμε, αναγνωρίζεται de facto ο ρόλος της Τεχεράνης.
Αν δούμε αναλυτικότερα, τότε προκύπτει ότι σε μεγάλο βαθμό η συμφωνία που διαμορφώνεται δεν συνιστά καθαρή νίκη για καμία πλευρά. Είναι περισσότερο ένας αναγκαστικός συμβιβασμός. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το βασικό όφελος είναι η αποκλιμάκωση και η αποφυγή μιας παρατεταμένης σύγκρουσης που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Για το Ιράν, το κέρδος είναι η επιβίωση του καθεστώτος, η αναγνώριση του ρόλου του και η πιθανότητα σταδιακής επανένταξης στη διεθνή οικονομία.
Για την Ευρώπη όμως; Πώς κινήθηκε η Ευρώπη και τι έκανε προς την κατεύθυνση της ειρήνης και της συνδιαμόρφωσης της συμφωνίας αυτής; Η Ευρωπαϊκή Ένωση στη Μέση Ανατολή εμφανίστηκε αμήχανη και αντιφατική. Δίστασε να μιλήσει με την ίδια σαφήνεια που μίλησε για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στην περίπτωση του Ιράν, καθώς οι παραβιάσεις προέρχονταν από συμμάχους της.
Αν η Ευρώπη όμως θέλει να έχει ουσιαστικό γεωπολιτικό ρόλο, δεν μπορεί να υπερασπίζεται τους κανόνες επιλεκτικά, αλλά θα πρέπει να ακολουθεί, χωρίς αστερίσκους, το διεθνές δίκαιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διπλωματία χωρών όπως η Νορβηγία, που διαθέτει αξιοπιστία και τεχνογνωσία στο δίκαιο της θάλασσας. Η Νορβηγία, διαθέτοντας ισχυρή αξιοπιστία στη Μέση Ανατολή λόγω της ξεκάθαρης στάσης της απέναντι στον πόλεμο από την αρχή, και εξειδίκευση στο δίκαιο της θάλασσας, έχει αναλάβει έναν διακριτικό αλλά ουσιαστικό ρόλο στις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Παρότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, γνωστή ως UNCLOS, έχει επικυρωθεί από τα περισσότερα κράτη, μεταξύ των λίγων χωρών που δεν την έχουν επικυρώσει συγκαταλέγονται οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν.
Παρ’ όλα αυτά, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη εμφανίζονται διατεθειμένες να σεβαστούν τις βασικές της αρχές του στα Στενά, ιδίως την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, που έχει καθοριστική σημασία για την παγκόσμια οικονομία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε σε άρθρο της εφημερίδας «The Guardian» («Even in this age of global rupture, do not despair: there is still hope for international law», Nathalie Tocci), η Νορβηγία έχει παράσχει ήδη πολύτιμη νομική υποστήριξη στο Ιράν και στο Ομάν, καθώς και στους Πακιστανούς και Καταριανούς διαμεσολαβητές, ώστε οι μελλοντικές ρυθμίσεις για την περιοχή να παραμείνουν συμβατές με το διεθνές δίκαιο. Αυτού του είδους η ήπια, τεχνική αλλά ουσιαστική διπλωματική συμβολή δείχνει πώς οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία τους και να διαδραματίσουν χρήσιμο ρόλο στη σταθερότητα της περιοχής.
Η Ευρώπη επομένως βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή, που φαίνεται δεδομένη αλλά δεν είναι, είτε να συνεχίσει να κινείται αντιφατικά, είτε να κάνει το διεθνές δίκαιο θεμέλιο της δικής της γεωπολιτικής ταυτότητας.
Σε έναν κόσμο όπου οι στρατιωτικές νίκες γίνονται όλο και πιο δύσκολες και οι συγκρούσεις όλο και πιο δαπανηρές, η διπλωματία πρέπει να επιστρέψει όχι ως πολυτέλεια αλλά ως ανάγκη. Και ο ρόλος της Ευρώπης σε αυτή την επιστροφή μπορεί και πρέπει να είναι ηγετικός, συνεπής και αποφασιστικός.

