Η άνοδος των αμερικανικών αποδόσεων μεταδίδει πιέσεις στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, την ώρα που Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία καλούνται να διαχειριστούν υψηλό χρέος, αυξημένες αμυντικές δαπάνες και περιορισμένο δημοσιονομικό περιθώριο
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος, που ξεπέρασε πλέον το όριο των 40 τρισ. δολαρίων, δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον. Οι επιπτώσεις του αρχίζουν να γίνονται αισθητές στις αγορές κρατικών ομολόγων παγκοσμίως, με την Ευρώπη να βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα ανάλυσης του Politico, σύμφωνα με την οποία η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες πρέπει να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ για τα ίδια διεθνή κεφάλαια.
Το αμερικανικό χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια στις 20 Αυγούστου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.
Πώς το αμερικανικό χρέος επηρεάζει την Ευρώπη
Ο μηχανισμός είναι σχετικά απλός: όταν οι ΗΠΑ προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις για να προσελκύσουν επενδυτές, αυξάνεται το κόστος κεφαλαίου και για άλλους μεγάλους εκδότες χρέους.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις χρειάζονται περισσότερα κεφάλαια για την άμυνα, τις επενδύσεις, την ενεργειακή μετάβαση και τις κοινωνικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να εξυπηρετούν το ήδη συσσωρευμένο δημόσιο χρέος.
Όσο υψηλότερες είναι οι αποδόσεις των ομολόγων, τόσο ακριβότερη γίνεται η αναχρηματοδότηση των παλαιότερων χρεών. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο για χώρες που είχαν επωφεληθεί επί χρόνια από τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια και τώρα πρέπει να αντικαταστήσουν αυτά τα ομόλογα με νέες εκδόσεις που κοστίζουν πολύ περισσότερο.
Η Γαλλία στο επίκεντρο
Η Γαλλία είναι μία από τις χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών.
Η χώρα έχει δημόσιο χρέος περίπου 3,5 τρισ. ευρώ, ενώ σύμφωνα με έκθεση που εκπονήθηκε για τη γαλλική κυβέρνηση, χωρίς διορθωτικές παρεμβάσεις το χρέος μπορεί να αυξηθεί από περίπου 118% του ΑΕΠ το 2026 σε πάνω από 130% έως το 2030.
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση δημιουργεί το κόστος εξυπηρέτησης. Οι ετήσιες δαπάνες για τόκους προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 78 δισ. ευρώ το 2026 σε 124 δισ. ευρώ το 2030.
Για να σταθεροποιήσει την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ κατά την επόμενη προεδρική θητεία, η Γαλλία θα χρειαστεί, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, δημοσιονομική προσαρμογή συνολικού ύψους περίπου 126 δισ. ευρώ έως το 2032.
Η δημοσιονομική πίεση έχει ήδη μετατραπεί σε πολιτικό ζήτημα, καθώς η χώρα εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Το τέλος της εποχής του φθηνού χρήματος
Το γαλλικό πρόβλημα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στην Ευρώπη.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια επέτρεψαν στις κυβερνήσεις να αναχρηματοδοτούν το χρέος τους με σχετικά μικρό κόστος. Η επιστροφή του πληθωρισμού και η άνοδος των επιτοκίων ανέτρεψαν αυτή την ισορροπία.
Τώρα, ομόλογα που εκδόθηκαν πριν από χρόνια με πολύ χαμηλές αποδόσεις φτάνουν στη λήξη τους και πρέπει να αντικατασταθούν με νέους τίτλους που εκδίδονται σε ακριβότερες συνθήκες.
Η διαδικασία αυτή δεν προκαλεί από μόνη της κρίση, αλλά σταδιακά περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο των κυβερνήσεων.
Ιταλία και Ισπανία
Η εικόνα διαφέρει από χώρα σε χώρα.
Η Ιταλία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το βάρος ενός από τα υψηλότερα δημόσια χρέη στην Ευρώπη, ενώ η Ισπανία βρίσκεται σε σχετικά καλύτερη θέση, καθώς η οικονομική και πληθυσμιακή της ανάπτυξη ενισχύει τη φορολογική βάση και διευκολύνει τη σταδιακή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις το περιθώριο ελιγμών περιορίζεται από τις αυξημένες ανάγκες για αμυντικές δαπάνες και επενδύσεις.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι εξίσου σημαντικό: οι κυβερνήσεις καλούνται να εφαρμόσουν δημοσιονομική προσαρμογή την ίδια στιγμή που οι ψηφοφόροι ζητούν περισσότερες δημόσιες δαπάνες και χαμηλότερη φορολογία.
Γιατί δεν μιλάμε ακόμη για νέα κρίση χρέους
Παρά τις πιέσεις, η σημερινή κατάσταση δεν ισοδυναμεί με επανάληψη της κρίσης κρατικού χρέους της Ευρωζώνης του 2010-2012.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτουν πλέον μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων που δεν υπήρχαν τότε, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωζώνης είναι διαφορετικό.
Ο κίνδυνος βρίσκεται περισσότερο στη σταδιακή συσσώρευση πιέσεων: υψηλότερα επιτόκια, αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης, μεγαλύτερες ανάγκες για άμυνα και επενδύσεις και ταυτόχρονα μικρότερος δημοσιονομικός χώρος.
Το αμερικανικό χρέος ως παγκόσμιος παράγοντας
Η βασική προειδοποίηση του Politico είναι ότι το αμερικανικό χρέος δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά αμερικανική υπόθεση.
Οι ΗΠΑ απορροφούν τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση του χρέους τους, ενώ την ίδια στιγμή οι τεχνολογικές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες σε άμυνα δημιουργούν πρόσθετη ζήτηση για χρηματοδότηση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το κόστος χρήματος μπορεί να παραμείνει υψηλότερο για μεγαλύτερο διάστημα, αυξάνοντας την πίεση και στις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Για τη Γαλλία, το ζήτημα είναι ήδη ιδιαίτερα οξύ. Για την υπόλοιπη Ευρώπη, το μήνυμα είναι ότι η εποχή κατά την οποία η αύξηση του δημόσιου χρέους μπορούσε να χρηματοδοτείται σχεδόν ανέξοδα έχει παρέλθει.
Και όσο οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων παραμένουν υψηλές, η Ουάσιγκτον δεν ανταγωνίζεται μόνο τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για κεφάλαια — ανεβάζει και τον πήχη του κόστους δανεισμού για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

