Το 28% των εργοδοτών σχεδιάζει να ενισχύσει το προσωπικό του στο τελευταίο τρίμηνο του 2026, ενώ οι νέες δεξιότητες αλλάζουν τον χάρτη της αγοράς
Με θετικό πρόσημο μπαίνει η ελληνική αγορά εργασίας στο τελευταίο τρίμηνο του 2026, αν και οι εργοδότες εξακολουθούν να κινούνται πιο συγκρατημένα σε σχέση με την εικόνα που καταγράφεται διεθνώς.
Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της ManpowerGroup, οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης στην Ελλάδα διαμορφώνονται στο 15% για την περίοδο Οκτωβρίου με Δεκεμβρίου. Ο δείκτης έχει αυξηθεί κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, παραμένει όμως στα ίδια επίπεδα με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Σχεδόν 3 στους 10 εργοδότες ετοιμάζουν προσλήψεις
Το 28% των εργοδοτών δηλώνει ότι σκοπεύει να αυξήσει το προσωπικό του μέσα στο τέταρτο τρίμηνο του έτους. Στον αντίποδα, το 16% προβλέπει μείωση, ενώ η πλειονότητα, σε ποσοστό 54%, σχεδιάζει να διατηρήσει σταθερό τον αριθμό των εργαζομένων της.
Η εικόνα δείχνει μια αγορά που εξακολουθεί να δημιουργεί θέσεις, χωρίς όμως οι επιχειρήσεις να προχωρούν σε μαζική επέκταση του ανθρώπινου δυναμικού τους. Παράγοντες όπως το λειτουργικό κόστος, η αβεβαιότητα και η δυσκολία εξεύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού εξακολουθούν να επηρεάζουν τις αποφάσεις των εργοδοτών.
Ο τουρισμός στην κορυφή
Τις ισχυρότερες προοπτικές απασχόλησης στην Ελλάδα παρουσιάζουν ο Τουρισμός, τα Ξενοδοχεία και η Εστίαση, όπου ο σχετικός δείκτης φτάνει το 37%.
Η επέκταση της τουριστικής δραστηριότητας πέρα από τους παραδοσιακούς καλοκαιρινούς μήνες, οι επενδύσεις σε ξενοδοχειακές υποδομές και η προσπάθεια επιμήκυνσης της σεζόν ενισχύουν τη ζήτηση για προσωπικό.
Παράλληλα, το κείμενο επισημαίνει ότι το επόμενο μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι η ενίσχυση των προσλήψεων και σε κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως η τεχνολογία, οι επιστημονικές υπηρεσίες, η βιομηχανία και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις πατούν περισσότερο «γκάζι»
Το μέγεθος μιας επιχείρησης φαίνεται επίσης να παίζει σημαντικό ρόλο στις προθέσεις προσλήψεων. Οι οργανισμοί με 1.000 έως 4.999 εργαζομένους εμφανίζουν δείκτη 24%, ενώ στις πολύ μικρές επιχειρήσεις με λιγότερους από δέκα εργαζομένους περιορίζεται μόλις στο 3%.
Το χάσμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας στηρίζεται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με μεγαλύτερες πιέσεις από το κόστος, τη χρηματοδότηση και την έλλειψη προσωπικού.
Γιατί οι εταιρείες ανοίγουν νέες θέσεις
Η ανάπτυξη της επιχείρησης αποτελεί τον σημαντικότερο λόγο για νέες προσλήψεις. Το 42% των εργοδοτών που σκοπεύουν να αυξήσουν το προσωπικό τους συνδέει την απόφαση αυτή με την ανάπτυξη της εταιρείας.
Νέες επενδύσεις, συγκεκριμένα projects αλλά και η ανάγκη για διαφορετικές δεξιότητες δημιουργούν επίσης νέες θέσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ψηφιοποίηση μεταβάλλουν σταδιακά και το είδος των εργαζομένων που αναζητούν οι επιχειρήσεις.
Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις μια εταιρεία μπορεί να μην αυξάνει συνολικά το προσωπικό της, αλλά να αναδιαμορφώνει τη σύνθεσή του, περιορίζοντας ορισμένους ρόλους και δημιουργώντας άλλους.
Πιο δυναμικές οι προσλήψεις στο εξωτερικό
Η απόσταση από την παγκόσμια αγορά παραμένει αισθητή. Σε διεθνές επίπεδο, οι Συνολικές Προοπτικές Απασχόλησης φτάνουν το 29%, έναντι 15% στην Ελλάδα.
Το 43% των εργοδοτών παγκοσμίως σχεδιάζει να προσλάβει περισσότερο προσωπικό και το 14% προβλέπει μείωση. Στους κλάδους με τις ισχυρότερες προοπτικές βρίσκονται οι Κατασκευές και τα Ακίνητα, καθώς και τα Χρηματοοικονομικά και οι Ασφάλειες, με δείκτη 36%. Ακολουθούν οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες, η τεχνολογία, τα μέσα και οι τηλεπικοινωνίες.
Ρεκόρ 25ετίας στις νέες θέσεις εργασίας
Στην εικόνα προστίθενται και τα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ. Στο διάστημα Ιανουαρίου με Ιουλίου 2026, το ισοζύγιο προσλήψεων και αποχωρήσεων ήταν θετικό κατά 323.136 θέσεις, επίδοση που σύμφωνα με το κείμενο αποτελεί την καλύτερη για πρώτο επτάμηνο από το 2001.
Παράλληλα, η ανεργία τον Ιούλιο του 2026 διαμορφώθηκε στο 7,9%, έναντι 17,9% τον αντίστοιχο μήνα του 2019.

