Στις Βρυξέλλες έχει ήδη ξεκινήσει μια κρίσιμη διαπραγμάτευση για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την περίοδο 2028-2034. Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική συζήτηση αριθμών. Πρόκειται για μια σύγκρουση γύρω από τις προτεραιότητες της Ευρώπης μετά το 2027.
- της Δρα Ζέφης Δημαδάμα, Λέκτορας Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου
Η επιστολή των έξι λεγόμενων «φειδωλών» χωρών -Γερμανίας, Ολλανδίας, Αυστρίας, Δανίας, Φινλανδίας και Σουηδίας- προς την ιρλανδική Προεδρία έκανε τις διαφορετικές προσεγγίσεις ακόμη πιο ορατές. Οι έξι χώρες ζητούν να περικοπούν «μερικές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ» από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ 2028-2034), συνολικού ύψους περίπου 1,9 τρισ. ευρώ.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πρόκειται απλώς για μια πρόταση δημοσιονομικής αναδιάρθρωσης. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, καθώς πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό δίλημμα: Τι Ευρώπη θέλουμε να χρηματοδοτήσουμε;
Οι έξι χώρες δεν προτείνουν μόνο τη μείωση του συνολικού προϋπολογισμού. Ζητούν κυρίως μια διαφορετική κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων, με μεγαλύτερη χρηματοδότηση για την άμυνα και την ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία και τη διαχείριση της μετανάστευσης. Αυτό αναπόφευκτα αυξάνει την πίεση στις παραδοσιακές μεγάλες πολιτικές της Ένωσης, όπως η Κοινή Αγροτική Πολιτική και η πολιτική συνοχής και περιφερειακής ανάπτυξης.
Και εδώ βρίσκεται μια εξαιρετικά δύσκολη ευρωπαϊκή εξίσωση.
Η Ευρώπη πράγματι χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις στην άμυνα, στην τεχνολογία, στην ενεργειακή ασφάλεια και στην παραγωγική της αυτονομία. Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τις περιφερειακές ανισότητες, το κόστος της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, τις πιέσεις στην αγροτική παραγωγή, το δημογραφικό και τις κοινωνικές ανισότητες.
Δεν είναι επομένως μόνο το πόσο ενισχυμένος ή όχι θα είναι ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός. Είναι το ποιος θα πληρώσει, ποιος θα χάσει πόρους και ποιος τελικά θα ωφεληθεί από τη νέα κατανομή τους.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί οι πολιτικές συνοχής έχουν διαχρονικά χρηματοδοτήσει υποδομές, περιφερειακή ανάπτυξη, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), παρά τις αδυναμίες, παραμένει κρίσιμη για τον αγροτικό κόσμο και την ελληνική περιφέρεια.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα έχει άμεσο συμφέρον από την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, την προστασία των εξωτερικών συνόρων, την ενεργειακή ασφάλεια, την έρευνα και την ανταγωνιστικότητα.
Άρα το δίλημμα δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα σε «παλιές» και «νέες» πολιτικές. Το ζήτημα είναι ποιος θα επωμιστεί το κόστος αυτής της αλλαγής προτεραιοτήτων και αν η κατανομή των πόρων θα λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες, τη γεωγραφική θέση και τις πραγματικές προκλήσεις κάθε κράτους και κάθε περιφέρειας.
Μια Ευρώπη που επενδύει περισσότερο στην ασφάλεια και στην ανταγωνιστικότητα αποτελεί πλέον μέρος της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η στροφή θα γίνει παράλληλα με την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και όχι σε βάρος της.
Σε αυτή τη δύσκολη ευρωπαϊκή συγκυρία, η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Αν μέχρι τότε έχει επιτευχθεί η πολιτική συμφωνία για το ΠΔΠ 2028-2034, η μεγάλη μάχη δεν θα έχει τελειώσει· απλώς θα έχει περάσει από τους αριθμούς στην εφαρμογή.
Η ελληνική Προεδρία θα κληθεί να συμβάλει στη διαμόρφωση των κανόνων που θα δείξουν στην πράξη ποια Ευρώπη χρηματοδοτούμε. Μια Ευρώπη που θωρακίζει την άμυνα και την ανταγωνιστικότητά της χωρίς να εγκαταλείπει τη συνοχή, την περιφέρεια και την κοινωνική της διάσταση ή μια Ευρώπη όπου οι νέες προτεραιότητες θα χρηματοδοτηθούν με περικοπές στις παλιές κατακτήσεις.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική πρόκληση για την Ευρώπη και τους πολίτες της, αλλά και για την Ελλάδα που καλείται να προεδρεύσει σε μια κρίσιμη ευρωπαϊκή συγκυρία: να συμβάλει ώστε η Ευρώπη από το έτος 2028 να είναι ισχυρότερη, χωρίς να γίνει πιο άνιση και χωρίς να αφήσει ακόμη περισσότερους ανθρώπους και περιφέρειες πίσω.
Γιατί ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν αποτυπώνει μόνο πόσα χρήματα διαθέτουμε, αλλά αποκαλύπτει, κυρίως, ποια Ευρώπη επιλέγουμε να οικοδομήσουμε.

