Σε κάθειρξη πέντε ετών καταδικάστηκε από το Εφετείο Θεσσαλονίκης πρώην υπαξιωματικός του Στρατού για την υπόθεση κλοπής 300.000 λίτρων πετρελαίου από στρατιωτικό αγωγό, σε αγροτική περιοχή της Θεσσαλονίκης
Ο καταδικασθείς αναζητείται για να εκτίσει την ποινή του, καθώς αποχώρησε από το ακροατήριο μετά την απολογία του και δεν ήταν παρών κατά την ανακοίνωση της απόφασης. Στην απολογία του είχε αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή.
Για την ίδια υπόθεση καταδικάστηκαν ακόμη τέσσερις ιδιώτες. Σε δύο από αυτούς επιβλήθηκε κάθειρξη έξι ετών στον καθένα για ηθική αυτουργία, ενώ οι υπόλοιποι δύο καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τριών και τεσσάρων ετών αντίστοιχα.
Οι ποινές κάθειρξης είναι εκτιτέες. Από τις δύο ποινές φυλάκισης, η μία ανεστάλη για τρία χρόνια και η άλλη μετατράπηκε σε χρηματική.
Πέντε κλοπές και επτά απόπειρες
Το δικαστήριο έκρινε τους πέντε ενόχους, κατά περίπτωση, για κακουργηματική κλοπή από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ή για ηθική αυτουργία στην πράξη. Όσοι αντιμετώπιζαν επιπλέον κατηγορία λαθρεμπορίας αθωώθηκαν γι’ αυτήν.
Το κατηγορητήριο αφορούσε πέντε κλοπές πετρελαίου, συνολικής αξίας άνω των 300.000 ευρώ, και επτά απόπειρες, από το 2013 έως τα τέλη του 2014. Ορισμένοι από τους καταδικασθέντες συνδέονται επαγγελματικά με τον κλάδο των πετρελαιοειδών.
Το αυτοκίνητο στο αρδευτικό κανάλι
Καθοριστικό στοιχείο για την εξέλιξη της έρευνας αποτέλεσε η πτώση αυτοκινήτου με τρέιλερ σε αρδευτικό κανάλι τον Νοέμβριο του 2014, ενώ είχε προηγηθεί καταγγελία για κλοπή καυσίμων.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το όχημα μετέφερε σωλήνες, εξαρτήματα και μηχανήματα. Κοντά στο σημείο εντοπίστηκε φρεάτιο με ίχνη παραβίασης.
Η έρευνα οδήγησε στον υπαξιωματικό, ο οποίος την επίμαχη περίοδο υπηρετούσε σε μονάδα της Θεσσαλονίκης που συνδεόταν με τη φύλαξη και τη λειτουργία του αγωγού καυσίμων του Στρατού Ξηράς.
Όλοι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι είχαν βρεθεί στην περιοχή για να τη φωτογραφίσουν, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το υλικό σε μελλοντική αναζήτηση χρυσού.
Πρωτόδικα είχαν επιβληθεί ποινές κάθειρξης έξι και οκτώ ετών, κατά περίπτωση, με αναστολή εκτέλεσης υπό όρους έως την εκδίκαση της έφεσης.

