Πόσο κοντά βρίσκεται ο κόσμος σε μια γενικευμένη πολεμική σύγκρουση; Το ερώτημα επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση, καθώς οι πολεμικές εστίες πολλαπλασιάζονται και οι σχέσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις γίνονται όλο και πιο περίπλοκες.
Οι πυραυλικές επιθέσεις που οδήγησαν στο κλείσιμο του αεροδρομίου του Ριάντ, τα ρωσικά πλήγματα στην Ουκρανία που, σύμφωνα με τις αναφορές, σκότωσαν περισσότερους από 100 αμάχους σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά και οι προειδοποιήσεις της Βαρσοβίας για το ενδεχόμενο θανατηφόρων ρωσικών επιθέσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σκηνικό.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα ξεκίνησε εξαήμερη στρατιωτική άσκηση με πραγματικά πυρά κατά μήκος των ακτών της, προσθέτοντας ακόμη μία εστία έντασης σε ένα ήδη εύφλεκτο διεθνές περιβάλλον.
Οι εξελίξεις αυτές σημειώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα μέσα στην ίδια εβδομάδα, ενισχύοντας το αίσθημα ανασφάλειας σε περιοχές που για δεκαετίες αντιμετώπιζαν την ειρήνη ως δεδομένη. Από τη Δυτική Ευρώπη και την Ανατολική Ασία μέχρι τα κράτη του Κόλπου, ο κίνδυνος μιας ευρύτερης σύγκρουσης δεν αποτελεί πλέον ένα μακρινό θεωρητικό ενδεχόμενο.
Σε εκτενή ανάλυσή του στους Financial Times (FT), με τίτλο «Are we sleepwalking into World War III?», ο επικεφαλής σχολιαστής διεθνών υποθέσεων της εφημερίδας, Γκίντεον Ράχμαν, εξετάζει τις ομοιότητες της σημερινής συγκυρίας με τις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Η ανάλυσή του εστιάζει στην κλιμάκωση των περιφερειακών συγκρούσεων και στον κίνδυνο οι επιμέρους κρίσεις να συνδεθούν μεταξύ τους, προκαλώντας μια πολύ ευρύτερη αντιπαράθεση.
Τα τρία μέτωπα που βρίσκονται στο επίκεντρο της ανησυχίας
- Ευρώπη: Ο πόλεμος στην Ουκρανία και το ενδεχόμενο σύγκρουσης Ρωσίας – ΝΑΤΟ
Το πρώτο και πιο άμεσο μέτωπο εντοπίζεται στην Ευρώπη, όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Μόσχα και τις δυτικές χώρες παραμένει έντονη. Παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο ουκρανικό έδαφος, η ανησυχία επεκτείνεται και σε άλλες μορφές αντιπαράθεσης, όπως οι κυβερνοεπιθέσεις, οι δολιοφθορές και οι υβριδικές επιχειρήσεις, καθώς και η αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή.
Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν μια ρωσική ενέργεια προκαλέσει θανάτους στο έδαφος χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ. Ένα τέτοιο περιστατικό θα μπορούσε να αυξήσει δραματικά την πίεση προς τη Συμμαχία για ενεργοποίηση της αρχής της συλλογικής άμυνας, φέρνοντας τις κυβερνήσεις μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις για τον τρόπο αντίδρασής τους.
Ακόμη και ένα μεμονωμένο συμβάν θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές εξελίξεις, ιδιαίτερα εάν οι εμπλεκόμενες πλευρές εκτιμήσουν ότι απειλείται άμεσα η ασφάλειά τους. Γι’ αυτό και το ενδεχόμενο μιας απευθείας στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ παραμένει μία από τις σημαντικότερες ανησυχίες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
- Μέση Ανατολή: Η σύγκρουση με το Ιράν και ο κίνδυνος εξάπλωσης του πολέμου
Η δεύτερη εστία έντασης βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, όπου ο πόλεμος με το Ιράν και οι επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων έχουν επιδεινώσει την κατάσταση στην περιοχή. Η ανησυχία δεν αφορά μόνο την έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη κρίση συνδέεται με άλλες διεθνείς συγκρούσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές που εξετάζει ο Ράχμαν σχετικά με τη στρατιωτική υποστήριξη μεταξύ χωρών που βρίσκονται σε διαφορετικά μέτωπα. Σύμφωνα με αυτές, η Ρωσία φέρεται να έχει συνδράμει το Ιράν σε επιχειρήσεις εντοπισμού στόχων, ενώ η Ουκρανία έχει προσφέρει τεχνογνωσία σε χώρες του Κόλπου για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν μια σημαντική διάσταση των σύγχρονων πολέμων: οι συγκρούσεις δεν εξελίσσονται απαραίτητα ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Η εμπειρία που αποκτάται στο πεδίο της μάχης, οι στρατιωτικές τεχνολογίες και η τεχνογνωσία μπορούν να μεταφερθούν από μια περιοχή σε άλλη, επηρεάζοντας την εξέλιξη διαφορετικών πολεμικών επιχειρήσεων.
Μια περαιτέρω κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε, επομένως, να εμπλέξει περισσότερα κράτη και να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η κρίση δεν αφορά αποκλειστικά τις χώρες που συμμετέχουν άμεσα στις εχθροπραξίες, αλλά έχει ευρύτερες διεθνείς προεκτάσεις.
- Ασία: Η Ταϊβάν στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ – Κίνας
Το τρίτο μέτωπο βρίσκεται στην Ανατολική Ασία, όπου η ενίσχυση των κινεζικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και η αυξανόμενη πίεση προς την Ταϊβάν προκαλούν ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας νέας μεγάλης κρίσης.
Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της κινεζικής επικράτειας, ενώ το νησί διαθέτει δική του κυβέρνηση και λειτουργεί στην πράξη ως αυτοδιοικούμενη οντότητα. Η διαφωνία για το καθεστώς του αποτελεί μία από τις βασικές εστίες έντασης ανάμεσα στην Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εάν η Κίνα προχωρούσε σε στρατιωτική επιχείρηση με στόχο την κατάληψη της Ταϊβάν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν κατά πολύ τα όρια της περιοχής. Οι ΗΠΑ θα βρίσκονταν τότε αντιμέτωπες με μια εξαιρετικά δύσκολη απόφαση για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρούσαν σε μια τέτοια εξέλιξη.
Μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου θα έφερνε σε σύγκρουση δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές και οικονομικές δυνάμεις του κόσμου, με επιπτώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διεθνή ασφάλεια και τις σχέσεις μεταξύ κρατών σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η Ταϊβάν αποτελεί, συνεπώς, ένα ακόμη σημείο στο οποίο μια περιφερειακή κρίση θα μπορούσε να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, ιδίως εάν εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα και άλλες χώρες.
Πόσο κοντά βρίσκεται ο κόσμος σε έναν Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
Η ανάλυση των Financial Times αναδεικνύει τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν πολλές κρίσεις εξελίσσονται ταυτόχρονα, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται για επιρροή και αμφισβητούν την υπάρχουσα διεθνή τάξη. Η Ευρώπη, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Ασία αποτελούν τρία διαφορετικά γεωγραφικά μέτωπα, τα οποία, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητα αποκομμένα μεταξύ τους.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση σε μία από αυτές τις περιοχές θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις και σε άλλες, δημιουργώντας έναν ευρύτερο κύκλο αντιπαράθεσης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι λανθασμένοι υπολογισμοί, η αμοιβαία καχυποψία και η εμπλοκή περισσότερων κρατών θα μπορούσαν να καταστήσουν δυσκολότερο τον περιορισμό μιας κρίσης.
Οι ομοιότητες με τις περιόδους πριν από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους που εξετάζει ο Ράχμαν λειτουργούν ως προειδοποίηση για τους κινδύνους της σημερινής συγκυρίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ένας Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι αναπόφευκτος ή ότι έχει ήδη δρομολογηθεί.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι εάν οι διεθνείς δυνάμεις θα καταφέρουν να περιορίσουν τις συγκρούσεις και να αποτρέψουν μια γενικευμένη αντιπαράθεση ή εάν οι εξελίξεις στα τρία μέτωπα θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη διεθνή αστάθεια.

