Όταν η πολιτική αντιπαράθεση εγκαταλείπει τα επιχειρήματα και καταφεύγει στην προσβολή, δεν υποβαθμίζεται απλώς η δημόσια συζήτηση. Αλλάζει η ίδια η σχέση της κοινωνίας με τη δημοκρατία. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι ότι κάποιοι πολιτικοί μιλούν χυδαία. Είναι ότι όλο και περισσότεροι πολίτες αρχίζουν να το θεωρούν φυσιολογικό.
Υπάρχει μια λεπτή αλλά επικίνδυνη στιγμή στη ζωή μιας δημοκρατίας, όταν η χυδαιότητα παύει να προκαλεί έκπληξη. Όταν η προσβολή δεν θεωρείται πλέον πολιτικό ατόπημα, η απαξίωση του αντιπάλου δεν γεννά αποδοκιμασία και η δημόσια διαπόμπευση αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία συνηθισμένη ημέρα στο πολιτικό θέατρο. Τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο σε εκείνους που εκφέρουν τον χυδαίο λόγο, αλλά και σε μια κοινωνία που σταδιακά εκπαιδεύεται να τον ανέχεται.
Η χυδαιότητα στον πολιτικό λόγο δεν είναι πάντοτε προϊόν αυθορμητισμού, ούτε απλώς έλλειψης παιδείας ή προσωπικής καλλιέργειας. Συχνά αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή. Είναι μια στρατηγική που επιδιώκει να μετατρέψει την αντιπαράθεση σε σύγκρουση προσώπων, να αντικαταστήσει την πολιτική ουσία με την προσωπική απαξίωση και να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των ιδεών στο πεδίο των εντυπώσεων.
Ο χυδαίος πολιτικός δεν χρειάζεται να πείσει. Χρειάζεται να προκαλέσει. Να εξοργίσει, να εξευτελίσει, να δημιουργήσει θόρυβο. Σε μια εποχή όπου η πολιτική πληροφορία ανταγωνίζεται την προσοχή του κοινού με χιλιάδες άλλα μηνύματα, η προσβολή αποκτά ένα πλεονέκτημα: διαδίδεται ταχύτερα από το επιχείρημα. Μια φράση που προκαλεί σοκ μπορεί να συγκεντρώσει περισσότερες αναπαραγωγές από μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση. Και κάπως έτσι, η πρόκληση μετατρέπεται σε επικοινωνιακό κεφάλαιο.
Υπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη σκοπιμότητα. Η χυδαιότητα λειτουργεί ως μηχανισμός αποπροσανατολισμού. Όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από έναν χαρακτηρισμό, μια προσωπική επίθεση ή μια προσβλητική ατάκα, τόσο λιγότερος χώρος απομένει για τις πραγματικές ευθύνες, τις πολιτικές αποτυχίες και τις κοινωνικές ανισότητες. Ο αντίπαλος δεν χρειάζεται να ηττηθεί πολιτικά. Αρκεί να εξευτελιστεί επικοινωνιακά.
Αυτή η λογική ευνοεί ιδιαίτερα όσους επενδύουν στην πόλωση. Η κοινωνία χωρίζεται σε στρατόπεδα, η επιχειρηματολογία υποχωρεί και η πολιτική ταυτότητα αποκτά χαρακτηριστικά οπαδικής ένταξης. Δεν έχει σημασία τι λέει ο άλλος, αλλά ποιος είναι. Δεν αξιολογείται η θέση του, αλλά η ιδιότητά του ως αντιπάλου. Η διαφωνία μετατρέπεται σε εχθρότητα.
Ο νοτιοκορεάτης φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, στο βιβλίο του Στο σμήνος, περιγράφει μια ψηφιακή κοινωνία όπου η επικοινωνία κατακλύζεται από στιγμιαίες αντιδράσεις, θυμό και δημόσιους διασυρμούς. Η ψηφιακή οργή, όπως επισημαίνει, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε συλλογική δράση. Συχνά εξαντλείται στην εκτόνωση. Αυτή ακριβώς είναι και η παγίδα του σύγχρονου πολιτικού λόγου: η εντύπωση ότι συμμετέχουμε σε μια μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση, ενώ στην πραγματικότητα παρακολουθούμε μια αδιάκοπη ανταλλαγή προσβολών.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι γιατί η κοινή γνώμη δεν αντιδρά περισσότερο. Γιατί η χυδαιότητα δεν προκαλεί ισχυρότερη κοινωνική αποδοκιμασία; Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει στην κόπωση. Ο πολίτης βομβαρδίζεται καθημερινά από αντιπαραθέσεις, σκάνδαλα, καταγγελίες, προσωπικές επιθέσεις και επικοινωνιακές εκρήξεις. Στην αρχή ενοχλείται, στη συνέχεια συνηθίζει και τελικά αδιαφορεί. Η επανάληψη εξουδετερώνει την έκπληξη. Η αγανάκτηση μετατρέπεται σε απάθεια.
Αυτή η απάθεια, όμως, δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Όταν ο πολίτης παύει να ενοχλείται από την προσβολή, όταν δεν περιμένει πλέον από τους εκπροσώπους του στοιχειώδη αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια, τότε χαμηλώνει και ο πήχης των δημοκρατικών απαιτήσεων. Η ανοχή στη χυδαιότητα γίνεται ανοχή στην πολιτική παρακμή. Και η τελευταία εξυπηρετεί εκείνους που θέλουν μια κοινωνία περισσότερο θυμωμένη παρά σκεπτόμενη, περισσότερο διχασμένη παρά απαιτητική.
Ο ιστορικός και καθηγητής του Γέιλ Τίμοθι Σνάιντερ, στο βιβλίο του Περί τυραννίας, επιμένει στη σημασία της υπεράσπισης της γλώσσας. Η διαστρέβλωση των λέξεων, η απαξίωση της αλήθειας και η συστηματική υπονόμευση της αντίθετης άποψης δεν είναι αθώες επικοινωνιακές τεχνικές. Είναι πρακτικές που μπορούν να διαβρώσουν τις δημοκρατικές αντιστάσεις. Η προτροπή του να είμαστε προσεκτικοί με τη γλώσσα μας αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου η πολιτική αγένεια διεκδικεί τον τίτλο της αυθεντικότητας.
Υπάρχει, λοιπόν, αντίδοτο; Ασφαλώς, αλλά δεν βρίσκεται σε μια γενική έκκληση για πολιτικό πολιτισμό, ούτε σε ευχολόγια περί ευπρέπειας. Βρίσκεται πρώτα στην αποκατάσταση της αξίας του επιχειρήματος. Στην απαίτηση οι πολιτικοί να κρίνονται για όσα προτείνουν, για όσα κάνουν και για όσα παραλείπουν, όχι για την ικανότητά τους να παράγουν την πιο προσβλητική ατάκα. Βρίσκεται επίσης στην ευθύνη των μέσων ενημέρωσης να μην επιβραβεύουν κάθε πρόκληση με υπερβολική προβολή, σαν να αποτελεί από μόνη της πολιτικό γεγονός.
Κυρίως, όμως, βρίσκεται στην ευθύνη των ίδιων των πολιτών. Η ψήφος δεν είναι λευκή επιταγή. Η πολιτική υποστήριξη δεν προϋποθέτει την αποδοχή κάθε συμπεριφοράς του πολιτικού που επιλέγουμε. Χρειάζεται να μπορούμε να αποδοκιμάζουμε ακόμη και τον δικό μας πολιτικό χώρο, όταν ξεπερνά τα όρια. Διαφορετικά, η δημοκρατία μετατρέπεται σε μια αγορά οπαδικής αφοσίωσης, όπου όλα συγχωρούνται αρκεί να τα διαπράττει η σωστή πλευρά.
Η πολιτική δεν χρειάζεται να γίνει ευγενική με την έννοια της άχρωμης και άτολμης αντιπαράθεσης. Χρειάζεται να παραμείνει σκληρή, συγκρουσιακή, ακόμη και ανελέητη απέναντι στις πολιτικές επιλογές. Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στην αυστηρή κριτική και στην προσωπική εξόντωση, ανάμεσα στη σάτιρα και στην ταπείνωση, ανάμεσα στην πολιτική τόλμη και στην πολιτική χυδαιότητα.
Το πραγματικό διακύβευμα, τελικά, δεν είναι αν θα εξαφανιστούν οι προσβολές από τον δημόσιο λόγο. Αυτό θα ήταν μάλλον μια αφελής προσδοκία. Είναι αν θα εξακολουθήσουμε να τις αντιμετωπίζουμε ως κάτι που αξίζει την κοινωνική μας αποδοκιμασία. Γιατί η χυδαιότητα δεν επικρατεί μόνο όταν κάποιος την εκφέρει. Επικρατεί όταν οι υπόλοιποι παύουν να αντιδρούν.
Και ίσως η μεγαλύτερη νίκη της να μην είναι ότι καταφέρνει να κάνει την πολιτική πιο βρώμικη. Είναι ότι καταφέρνει να μας πείσει πως δεν αξίζει πλέον να απαιτούμε κάτι καλύτερο.

