Το στεγαστικό ζήτημα έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί ένα απλό οικονομικό πρόβλημα. Είναι, πλέον, ένα κοινωνικό φαινόμενο που καθορίζει το μέλλον μιας ολόκληρης γενιάς. Οι νέοι άνθρωποι, ακόμη και όσοι εργάζονται, βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια αγορά κατοικίας που λειτουργεί με όρους κερδοσκοπίας και όχι κοινωνικής ισορροπίας. Και η κυβέρνηση, αντί να αναμετρηθεί με το πρόβλημα, αρκείται σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες, που περισσότερο συντηρούν την κρίση παρά την αντιμετωπίζουν.
Τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» παρουσιάστηκαν ως «σωσίβιο» για τη νέα γενιά. Στην
πράξη, όμως, αποδείχθηκαν επικοινωνιακά τεχνάσματα. Οι αυστηροί όροι, τα περιοριστικά κριτήρια και
η γραφειοκρατική τους εφαρμογή άφησαν εκτός χιλιάδες νέους που πραγματικά είχαν ανάγκη. Το αποτέλεσμα ήταν η αγορά να προσαρμοστεί στη νέα ζήτηση, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τις τιμές. Έτσι, η κρατική «στήριξη» λειτούργησε ως επιταχυντής του προβλήματος, όχι ως λύση.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική των Golden Visa και η ανεξέλεγκτη εξάπλωση του Airbnb απορρόφησαν τα
τελευταία αποθέματα διαθέσιμης κατοικίας. Επενδυτές, κυρίως εκτός ΕΕ, απέκτησαν χιλιάδες ακίνητα, μετατρέποντας τα αστικά κέντρα σε τουριστικά πάρκα και σπρώχνοντας τους μόνιμους κατοίκους στα όρια
των πόλεων. Όλα αυτά συνέβησαν χωρίς όρους, χωρίς ρύθμιση και χωρίς κοινωνικό σχεδιασμό. Σήμερα,
Αθήνα και Θεσσαλονίκη έχουν μετατραπεί σε «πόλεις για επισκέπτες», όχι για κατοίκους.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, στο τελευταίο της δελτίο, αποτυπώνει με αριθμούς τη νέα πραγματικότητα: υποχώρηση της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια το τρίτο τρίμηνο του 2025, αυστηρότεροι όροι δανειοδότησης, επιφυλακτικότητα των πολιτών απέναντι στην ανάληψη νέων οικονομικών βαρών. Μετά τη συγκυριακή «έκρηξη» του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ», η αγορά μπήκε σε φάση κόπωσης και αναμονής. Οι τράπεζες προσπαθούν να διαφυλάξουν την πιστοληπτική τους ασφάλεια, οι πολίτες κρατούν αμυντική στάση και
το κράτος παρακολουθεί -για ακόμη μία φορά- ως θεατής.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να παρουσιάσει τη σταθερή νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας ως δείγμα «οικονομικής σταθερότητας». Όμως η σταθερότητα αυτή δεν σημαίνει τίποτα για τους
πολίτες που αδυνατούν να πληρώσουν ενοίκιο ή να αποπληρώσουν ένα δάνειο. Η αγοραστική δύναμη
μειώνεται, οι μισθοί μένουν στάσιμοι και το κόστος ζωής πιέζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας.
Το αποτέλεσμα; Μια αγορά που δεν κινείται, μια γενιά που δεν μπορεί να στεγαστεί, κι ένα κράτος που
επιλέγει να βλέπει το πρόβλημα με όρους στατιστικούς. Η πρόσβαση στη στέγη έχει πάψει να είναι κοινωνικό δικαίωμα και έχει μετατραπεί σε προνόμιο.
Η λύση δεν βρίσκεται ούτε στις επιδοτήσεις δανείων, ούτε στις επιφανειακές παρεμβάσεις. Χρειάζεται
μια συνολική στεγαστική πολιτική, που να συνδυάζει δημόσιες επενδύσεις, κοινωνική κατοικία και ρύθμιση
της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης. Μόνο έτσι μπορεί να εξισορροπηθεί η προσφορά με τη ζήτηση και
να επανέλθει η κατοικία στον φυσικό της ρόλο: ως χώρος ζωής, όχι ως αντικείμενο κερδοσκοπίας.
Αυτό που λείπει δεν είναι τα εργαλεία. Είναι η πολιτική βούληση. Γιατί, το στεγαστικό δεν είναι θέμα
τεχνοκρατών, αλλά θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει να το αντιμετωπίζει ως ευκαιρία επικοινωνίας κι όχι στα σοβαρά, τόσο περισσότεροι νέοι θα συνεχίζουν να ζουν στο σπίτι των
γονιών τους, όχι από επιλογή, αλλά από αδυναμία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλα «Σπίτι μου». Χρειάζεται μια Πολιτεία που θα ξαναδώσει στους πολίτες το
δικαίωμα στη στέγη και την ελπίδα σε ένα σταθερό μέλλον.
Του Στρατή Κοκκινέλλη

