Κάποτε η δημοκρατία απειλούνταν από πραξικοπήματα, στολές και τανκς. Στις κατοπινές -πολύ πιο ύπουλες- έως και σήμερα εποχές, απειλείται από κάτι σχεδόν αόρατο: την εξάντληση της εμπιστοσύνης.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Γιατί η δημοκρατία παύει να λειτουργεί μόνο με εκλογές, συντάγματα και θεσμικά εγχειρίδια. Λειτουργεί με την αίσθηση ότι, παρά τα λάθη, το σύστημα σε βλέπει, σε ακούει και σε υπολογίζει. Όταν αυτή η αίσθηση σβήνει, η δημοκρατία πέφτει σιγά σιγά αδειάζοντας από μέσα.
Σήμερα, αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σενάριο. Η ψυχρή απόσυρση από αυτήν. Η στιγμή που ο πολίτης λέει «δεν περιμένω τίποτα». Κι αυτή η φράση είναι πολύ πιο εκρηκτική από όσο ακούγεται.
Τα δεδομένα το δείχνουν καθαρά. Ο ΟΟΣΑ κατέγραψε το 2023 ότι, κατά μέσο όρο στις χώρες του, μόλις το 39% εμπιστεύεται την εθνική του κυβέρνηση, ενώ περισσότεροι δήλωσαν χαμηλή ή μηδενική εμπιστοσύνη παρά υψηλή ή μέτρια. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό: η αίσθηση ότι «έχω λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις» συνδέεται καθοριστικά με την εμπιστοσύνη -69% εμπιστεύονται την κυβέρνηση όταν νιώθουν ότι έχουν φωνή, μόλις 22% όταν νιώθουν ότι δεν έχουν. Οι νεότεροι, οι οικονομικά ανασφαλείς και όσοι αισθάνονται αποκλεισμένοι καταγράφουν χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης.
Αυτό είναι το κλειδί. Η δημοκρατία φθείρεται από την αίσθηση μη συμμετοχής. Από το μόνιμο βουητό ότι «οι αποφάσεις παίρνονται αλλού». Από τη συνήθεια του πολίτη να υπάρχει μόνο ως δεδομένο, όχι ως συνομιλητής.
Στην Ευρώπη, η κρίση εμπιστοσύνης έχει βάθος χρόνου. Η Eurofound σημειώνει ότι η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς έπεσε απότομα μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση και μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει ανακάμψει έκτοτε, ενώ η οικονομική αστάθεια παραμένει βασικός οδηγός πολιτικής πόλωσης. Η φθορά, δηλαδή, δεν είναι στιγμιαία. Είναι σωρευτική. Κάθε κρίση δεν αντικαθιστά την προηγούμενη αλλά χτίζει πάνω της.
Και οι νέοι το νιώθουν πιο σκληρά από όλους. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη -και στην Ελλάδα ειδικά- οι μελέτες της Friedrich-Ebert-Stiftung καταγράφουν μια γενιά που στηρίζει μεν τη δημοκρατία, αλλά ταυτόχρονα εμφανίζει ανησυχητικό άνοιγμα σε αυταρχικές εναλλακτικές και έντονη δυσπιστία προς τα παραδοσιακά πολιτικά σχήματα. Η δημοκρατία παραμένει αποδεκτή ως αρχή, αλλά όχι αυτονόητα πειστική ως εμπειρία.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Ότι οι κοινωνίες θα συνηθίσουν να ζουν με λιγότερη δημοκρατία από όση νομίζουν ότι δικαιούνται. Ότι θα αρκεστούν σε μια διαχείριση χωρίς εμπιστοσύνη, σε μια εκπροσώπηση χωρίς σχέση, σε μια συμμετοχή χωρίς πίστη στο αποτέλεσμα.
Η δημοκρατία χωρίς εμπιστοσύνη συρρικνώνεται. Γίνεται διαδικασία χωρίς ψυχή. Ψηφίζεις, αλλά δεν περιμένεις. Ακούς, αλλά δεν πιστεύεις. Συμμετέχεις, αλλά σαν να μη συμμετέχεις πραγματικά.
Το πιο επικίνδυνο σενάριο για τη δημοκρατία είναι όταν παύουν να επενδύουν συναισθηματικά σε αυτήν. Όταν τη βλέπουν σαν μηχανισμό που απλώς συνεχίζει να λειτουργεί, χωρίς να τους περιλαμβάνει. Γιατί τότε η κρίση παύει να είναι θεσμική και μετατρέπεται σε υπαρξιακή. Και μια δημοκρατία μπορεί να αντέξει πολλούς εχθρούς. Δύσκολα αντέχει, όμως, την αδιαφορία των ίδιων των πολιτών της.

