του Στρατή Κοκκινέλλη, φιλόλογος – δημοσιογράφος
Στην πολιτική, η αναζήτηση της «χρυσής ευκαιρίας» για την ανατροπή των συσχετισμών είναι θεμιτή, σχεδόν επιβεβλημένη. Ωστόσο, αυτό που παρακολουθούμε το τελευταίο διάστημα από τα κόμματα της ελληνικής αντιπολίτευσης υπερβαίνει τα όρια της στρατηγικής και αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Είναι πραγματικά απίστευτο πώς η Αριστερά και το ΠΑΣΟΚ επιδιώκουν να «κοντύνουν» ή και να ρίξουν την κυβέρνηση, επενδύοντας σε μια ατζέντα που μοιάζει να έχει συνταχθεί σε κάποιο εργαστήριο ιδεοληψιών, μακριά από τις αγωνίες του μέσου Έλληνα.
Από τη μία πλευρά, τα κόμματα της Αριστεράς φαίνεται να έχουν βρει τη νέα τους «επανάσταση» σε ζητήματα όπως το «Flotilla», το Προσφυγικό και τα Προσφυγικά. Σε μια περίοδο που η γεωπολιτική αστάθεια απαιτεί σοβαρότητα και εθνική γραμμή, βλέπουμε μια προσπάθεια εργαλειοποίησης ανθρωπιστικών ζητημάτων με στόχο την πρόκληση εσωτερικής φθοράς. Η εμμονή με το «Flotilla», μια κίνηση που συχνά εξυπηρετεί αμφίσημες επιδιώξεις στην ανατολική Μεσόγειο, αναδεικνύεται σε «πυρηνικό όπλο» της αντιπολιτευτικής ρητορικής. Την ίδια στιγμή, το προσφυγικό επαναφέρεται στην ατζέντα όχι ως ζήτημα διαχείρισης συνόρων και ασφάλειας, αλλά ως πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης, αγνοώντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τοπικές κοινωνίες. Όσον αφορά τώρα τα Προσφυγικά επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, η εικόνα τόσο των κτιρίων όσο και των ενοίκων αυτών μαρτυρά την πραγματικότητα και την ανάγκη για ανάπτυξη χθες.
Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε έναν μονόδρομο. Αναδεικνύει αποκλειστικά και μόνο το ζήτημα των υποκλοπών, μετατρέποντας ένα σοβαρό θεσμικό θέμα σε μοναδικό άξονα πολιτικής ύπαρξης. Αναμφίβολα, η θεσμική θωράκιση της χώρας είναι κρίσιμη, όμως όταν ένα κόμμα που φιλοδοξεί να γίνει εναλλακτική λύση διακυβέρνησης εξαντλείται σε μια μονοθεματική αντιπαράθεση, κινδυνεύει να φανεί στα μάτια των πολιτών ως μια παράταξη που ενδιαφέρεται περισσότερο για το δικό της «πληγωμένο» γόητρο παρά για την ακρίβεια που καλπάζει.
Το οξύμωρο είναι πως την ώρα που η αντιπολίτευση αναλώνεται σε αυτά τα θέματα, η κοινωνία βρίσκεται κάπου αλλού. Ο πολίτης που παλεύει με τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ο αγρότης που βλέπει την παραγωγή του να απειλείται και ο νέος που αναζητά μια αξιοπρεπή θέση εργασίας, ακούνε για «Flotilla» και «επισυνδέσεις» και νιώθουν ότι η πολιτική τάξη ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Αυτή η αποσύνδεση από την πραγματικότητα είναι το μεγαλύτερο δώρο προς την κυβέρνηση. Όσο η Αριστερά επιμένει να πολιτεύεται με όρους ακτιβισμού και το ΠΑΣΟΚ με όρους δικαστικού ρεπορτάζ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα παίζει ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο στο γήπεδο της καθημερινότητας.
Η αντιπολίτευση στερείται λόγου και θέσεων για τα μεγάλα στοιχήματα της επόμενης δεκαετίας: την ενεργειακή αυτάρκεια, τη στέγη, την ανάπτυξη της υπαίθρου, τη θέση τη χώρας στο διεθνές στερέωμα. Αντί για προτάσεις, προσφέρει θόρυβο. Αντί για όραμα, προσφέρει εμμονές. Αν ο στόχος τους είναι όντως η πτώση της κυβέρνησης, θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν από τα «καραβάνια της θάλασσας» ούτε από τα ακουστικά της ΕΥΠ, αλλά από την αδυναμία να απαντήσουν στα προβλήματα του «καναπέ» και του «ραφιού».
Όσο η ατζέντα τους παραμένει τόσο μονοδιάστατη και αποκομμένη από το εθνικό συμφέρον, το μόνο που θα καταφέρνουν είναι να επιβεβαιώνουν την πολιτική τους γύμνια. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια σοβαρή αντιπολίτευση που θα πιέζει για λύσεις, όχι από μια ομάδα «κυνηγών φαντασμάτων» που ψάχνει την ανατροπή σε λάθος πεδία.

