Κάποτε το πανεπιστήμιο ήταν η μεγάλη πύλη. Έμπαινες παιδί, έβγαινες επιστήμονας, έπαιρνες πτυχίο, έβρισκες δουλειά, νοίκιαζες σπίτι, αγόραζες καναπέ, έκανες σχέδια και κάποια στιγμή έλεγες με φυσικότητα τη φράση «να δω τι θα κάνω με τη ζωή μου», χωρίς να προκαλείς γέλιο σε όλο το τραπέζι. Σήμερα, για πολλούς νέους, το πανεπιστήμιο μοιάζει λιγότερο με πύλη και περισσότερο με αίθουσα αναμονής. Μια ευγενική, πολυετής αναμονή ενηλικίωσης, με συγγράμματα, καφέδες, εξεταστικές και την αόριστη υπόσχεση ότι «κάτι θα γίνει μετά».
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι νέοι δεν θέλουν να σπουδάσουν. Θέλουν. Και μάλιστα συχνά σπουδάζουν περισσότερο από ποτέ. Πτυχίο, μεταπτυχιακό, δεύτερη γλώσσα, σεμινάρια, πιστοποιήσεις, Erasmus, πρακτική, LinkedIn με φωτογραφία όπου κοιτάζουν το μέλλον σαν να τους χρωστάει λεφτά. Μόνο που η αγορά εργασίας, αντί να τους περιμένει με ανοιχτές αγκάλες, τους υποδέχεται με το γνωστό ελληνικό χαμόγελο: «Ζητείται νέος έως 25 ετών, με πενταετή εμπειρία, ευελιξία, ομαδικότητα, αντοχή στην πίεση και δικό του laptop».
Έτσι, το πτυχίο χάνει σιγά σιγά τον χαρακτήρα εισιτηρίου και γίνεται περισσότερο απόδειξη υπομονής. Δεν αρκεί για να ανοίξει πόρτες, αλλά αν δεν το έχεις, πολλές πόρτες δεν σε βλέπουν καν. Είναι το παράδοξο της εποχής: το πτυχίο δεν εγγυάται τίποτα, αλλά η απουσία του μπορεί να κοστίσει τα πάντα. Ένα χαρτί που όλοι θεωρούν αυτονόητο και κανείς δεν θεωρεί αρκετό.
Η μεγαλύτερη πληγή, όμως, είναι η αποσύνδεση γνώσης και επαγγέλματος. Πολλοί νέοι σπουδάζουν κάτι που αγαπούν και εργάζονται σε κάτι που απλώς βρέθηκε. Άλλοι τελειώνουν σχολές χωρίς να ξέρουν πώς μεταφράζεται η γνώση τους σε πραγματική δουλειά. Και άλλοι ανακαλύπτουν ότι η αγορά δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι έμαθαν, όσο για το αν μπορούν αύριο το πρωί να μπουν σε ένα γραφείο και να παράγουν αποτέλεσμα χωρίς εκπαίδευση, χωρίς καθοδήγηση και, ει δυνατόν, χωρίς πολλές απαιτήσεις.
Το πανεπιστήμιο, λοιπόν, παραμένει πολύτιμο. Αλλά δεν μπορεί πια να πουλιέται ως αυτόματο ασανσέρ κοινωνικής ανόδου. Για την Gen Z είναι συχνά κάτι πιο περίπλοκο: καταφύγιο, παράταση, προσόν, άλλοθι, προσδοκία και αγωνία μαζί. Ένας ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στην εφηβεία που τελείωσε και στην ενηλικίωση που δεν ξεκινά ποτέ στην ώρα της.
Και κάπως έτσι, οι νέοι δεν ρωτούν πια μόνο «τι να σπουδάσω;». Ρωτούν κάτι πολύ πιο δύσκολο: «Τι από όλα αυτά θα μου επιτρέψει τελικά να ζήσω;».

