Η στέγη δεν είναι απλώς ένα οικονομικό αγαθό. Είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η ζωή ενός ανθρώπου. Είναι η ασφάλεια, η ηρεμία, η δυνατότητα να εργαστείς, να σπουδάσεις, να μεγαλώσεις παιδιά, να φροντίσεις τον εαυτό σου, να ανήκεις κάπου. Όταν όμως η στέγαση γίνεται δυσβάσταχτη, δεν πιέζεται μόνο το πορτοφόλι. Πιέζεται η ίδια η αξιοπρέπεια.
- του Στέλιου Κυμπουρόπουλου
Στην Ελλάδα η συζήτηση για τη στέγαση έχει πια περάσει από το επίπεδο της αγοράς στο επίπεδο της κοινωνικής συνοχής. Τα ενοίκια έχουν αυξηθεί, τα εισοδήματα δεν ακολουθούν πάντα τον ίδιο ρυθμό και ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών αναγκάζεται να δαπανά υπερβολικά μεγάλο ποσοστό του εισοδήματός του για να καλύψει το κόστος κατοικίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα μας βρίσκεται στις πιο δύσκολες θέσεις της Ευρώπης ως προς την επιβάρυνση από το κόστος στέγασης. Περίπου τρεις στους δέκα ανθρώπους στην Ελλάδα ζουν σε νοικοκυριά όπου η στέγη απορροφά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτό δεν είναι απλώς αριθμός. Είναι καθημερινή αγωνία.
Όμως υπάρχει και μια δεύτερη, πιο αθέατη επιβάρυνση. Εκείνη που αφορά τους ανάπηρους ανθρώπους και ιδιαίτερα όσους έχουν κινητικές βλάβες. Για αυτούς, η στέγαση δεν κρίνεται μόνο από το ενοίκιο, τα τετραγωνικά ή την περιοχή. Κρίνεται από το αν υπάρχει ασανσέρ. Από το αν η είσοδος έχει σκαλοπάτια. Από το αν το μπάνιο επιτρέπει πραγματική χρήση. Από το αν η πόρτα χωρά αμαξίδιο. Για έναν άνθρωπο με κινητική βλάβη, το κατάλληλο σπίτι δεν είναι άνεση. Είναι προϋπόθεση ζωής. Αν δεν υπάρχει σπίτι που να ανταποκρίνεται στο σώμα, στις ανάγκες και στην καθημερινότητά του, τότε δεν μπορεί να ζήσει πραγματικά ανεξάρτητα. Μπορεί να αναγκαστεί να μείνει εκεί όπου υπάρχει βοήθεια και όχι εκεί όπου επιθυμεί. Μπορεί να περιοριστεί σε ένα δωμάτιο, σε μια διαδρομή, σε μια ζωή μικρότερη από αυτήν που δικαιούται.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το κρυφό ενοίκιο της απροσβασιμότητας. Ένας άνθρωπος με κινητική βλάβη δεν ψάχνει ανάμεσα σε όλα τα σπίτια της αγοράς. Ψάχνει σε ένα πολύ μικρότερο, σχεδόν αόρατο απόθεμα κατοικιών. Και όταν οι επιλογές είναι λίγες, το κόστος ανεβαίνει. Μπορεί να χρειαστεί ακριβότερο σπίτι, νεότερη οικοδομή, συγκεκριμένη περιοχή, επιπλέον μετατροπές, τεχνικές παρεμβάσεις, βοήθεια στην καθημερινότητα. Άρα η επιβάρυνση δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι και χρονική, ψυχική, κοινωνική.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ανάπηροι άνθρωποι στην Ελλάδα επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο από το κόστος στέγασης. Όταν περίπου ένας στους τρεις ανάπηρους ανθρώπους ζει με υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση, τότε δεν μιλάμε για ατομική δυσκολία. Μιλάμε για θεσμικό κενό.
Η προσβασιμότητα δεν είναι πολυτέλεια. Δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια για λίγους. Είναι προϋπόθεση ισότητας. Ένα μη προσβάσιμο σπίτι δεν είναι απλώς άβολο. Είναι ένας χώρος που περιορίζει δικαιώματα. Σε κρατά μέσα ή σε κρατά έξω. Σε κάνει εξαρτημένο. Σου αφαιρεί επιλογές πριν ακόμη ξεκινήσεις να επιλέγεις.
Η στεγαστική πολιτική του μέλλοντος πρέπει να δει τη στέγη μαζί με την προσβασιμότητα. Όχι ως ξεχωριστό κεφάλαιο, αλλά ως ενιαία κοινωνική υποχρέωση. Και τελικά, τα προγράμματα κατοικίας, οι ανακαινίσεις, οι νέες οικοδομές, οι πολεοδομικοί κανόνες, όλα πρέπει να απαντούν στο ίδιο ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει εκεί με αξιοπρέπεια;

