Πενήντα δύο χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και η επέτειος της 24ης Ιουλίου δεν αποτελεί μόνο αφορμή ιστορικής μνήμης. Είναι και μια ευκαιρία απολογισμού. Τι πέτυχε η Μεταπολίτευση; Τι άφησε πίσω της; Και κυρίως η περίοδος αυτή έχει πλέον ολοκληρώσει τον ιστορικό της κύκλο ή η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα πολιτική και θεσμική αφετηρία, όπως κάποιοι τώρα υποστηρίζουν;
Η Μεταπολίτευση υπήρξε η πιο επιτυχημένη περίοδος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Εδραίωσε τη Δημοκρατία, έκλεισε οριστικά τις πληγές του Εμφυλίου, κατοχύρωσε τα ατομικά δικαιώματα, εξασφάλισε την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και δημιούργησε συνθήκες πρωτόγνωρης πολιτικής σταθερότητας. Για πρώτη φορά, η εναλλαγή των κυβερνήσεων έγινε κανόνας και όχι εξαίρεση.
Αυτή η ιστορική κατάκτηση δεν πρέπει να υποτιμάται. Αντιθέτως, αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η σύγχρονη Ελλάδα. Ωστόσο, η Μεταπολίτευση δεν υπήρξε μόνο μια εποχή επιτυχιών. Με την πάροδο των δεκαετιών διαμορφώθηκε και ένα μοντέλο διακυβέρνησης που χαρακτηρίστηκε από υπερβολικό κρατισμό, πελατειακές σχέσεις, κομματικοποίηση των θεσμών, δημοσιονομική χαλαρότητα και μια πολιτική κουλτούρα που συχνά πρότασσε το βραχυπρόθεσμο πολιτικό όφελος έναντι των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Η οικονομική κρίση του 2010 αποκάλυψε με δραματικό τρόπο αυτές τις αδυναμίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι φωνές –κυρίως από κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και από άλλους– που υποστηρίζουν ότι «η Μεταπολίτευση τελείωσε» και ότι η χώρα χρειάζεται μια «νέα Μεταπολίτευση», κατά πως διατείνεται εσχάτως και ο αρχηγός της ΕΛΑΣ. Πρόκειται για ένα σύνθημα με έντονο συμβολισμό, το οποίο όμως επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες.
Αν με τον όρο αυτό εννοείται η ανάγκη για βαθιές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους, στην απονομή της δικαιοσύνης, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην παιδεία και στη σχέση πολιτών και πολιτικής εξουσίας, (τις μεταρρυθμίσεις αυτές υπόσχεται να συνεχίσει η τωρινή κυβέρνηση), τότε πράγματι υπάρχει ένα ισχυρό επιχείρημα. Η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει προκλήσεις που δεν υπήρχαν το 1974: τη δημογραφική συρρίκνωση, την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση, τις νέες γεωπολιτικές ισορροπίες, την ανάγκη για ανταγωνιστική οικονομία και ανθεκτικούς θεσμούς.
Αν όμως η συζήτηση περί «τέλους της Μεταπολίτευσης» υπονοεί ότι πρέπει να απαξιωθεί συνολικά η περίοδος που ακολούθησε την πτώση της δικτατορίας, τότε η προσέγγιση αυτή αδικεί την ιστορία. Οι δημοκρατίες δεν ακυρώνουν τις ιδρυτικές τους στιγμές επειδή αντιμετωπίζουν νέα προβλήματα. Τις εξελίσσουν.
Η αλήθεια βρίσκεται πιθανότατα κάπου στη μέση. Η Μεταπολίτευση ως ιστορική περίοδος έχει πράγματι ολοκληρώσει την αποστολή της. Δεν ζούμε πλέον στη σκιά της δικτατορίας ούτε οι πολιτικές αντιπαραθέσεις καθορίζονται από τα διλήμματα της δεκαετίας του 1970. Όμως οι δημοκρατικές αρχές που θεμελιώθηκαν τότε παραμένουν περισσότερο επίκαιρες από ποτέ.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα μεταρρυθμιστική περίοδο, όχι όμως μια νέα «Μεταπολίτευση» με την ιστορική έννοια του όρου. Χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα συνδυάζει αποτελεσματικό κράτος, αξιοκρατία, θεσμική λογοδοσία, παραγωγική ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Ένα κράτος λιγότερο πελατειακό και περισσότερο επιτελικό, μια οικονομία πιο ανταγωνιστική αλλά και μια Δημοκρατία πιο συμμετοχική και διαφανή.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν τελείωσε η Μεταπολίτευση. Αυτό, ως ιστορική περίοδος, είναι σχεδόν αυτονόητο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να συμφωνήσει σε μια νέα εθνική στρατηγική για τις επόμενες δεκαετίες, χωρίς να αμφισβητεί τα δημοκρατικά κεκτημένα που οικοδομήθηκαν μετά το 1974.
Η επέτειος των πενήντα δύο χρόνων δεν επιβάλλει νοσταλγία ούτε ισοπεδωτική κριτική. Υπενθυμίζει ότι κάθε ιστορική περίοδος έχει την αποστολή της. Η Μεταπολίτευση έφερε τη Δημοκρατία και τη σταθερότητα. Η πρόκληση της εποχής μας είναι να προσθέσουμε σε αυτές την αποτελεσματικότητα, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και μια νέα προοπτική ανάπτυξης. Αυτό θα αποτελούσε την πιο ουσιαστική δικαίωση της ιστορικής παρακαταθήκης του 1974.
Πενήντα δύο χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, το ζητούμενο δεν είναι να αναζητήσουμε μια νέα ιδρυτική τομή, αλλά να αποδείξουμε ότι η Δημοκρατία μπορεί να ανανεώνεται χωρίς να αρνείται τις ρίζες της. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας.

