Λίγες ημέρες πριν από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, η συζήτηση για την οικονομία επιστρέφει, όπως κάθε χρόνο, στα μέτρα, στις φορολογικές ελαφρύνσεις και στον δημοσιονομικό χώρο που μπορεί να αξιοποιηθεί. Πίσω όμως από τις εξαγγελίες υπάρχει ένα ερώτημα πολύ πιο ουσιαστικό: πόση από τη βελτίωση της οικονομίας φτάνει τελικά στην καθημερινότητα του πολίτη και της επιχείρησης;
-
του Δημήτρη Χριστοφοράκη, Πρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φοροτεχνικών
Η ελληνική οικονομία έχει κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, η ανεργία έχει αποκλιμακωθεί, το δημόσιο χρέος ακολουθεί πτωτική πορεία και η διεθνής εικόνα της χώρας έχει σαφώς βελτιωθεί. Αυτά είναι δεδομένα που δεν πρέπει να υποτιμώνται. Δημιουργούν σταθερότητα, ενισχύουν την αξιοπιστία και διαμορφώνουν καλύτερες προϋποθέσεις για το μέλλον. Όμως οι θετικοί δείκτες αποκτούν πραγματική αξία όταν η βελτίωσή τους γίνεται αισθητή και έξω από τους οικονομικούς πίνακες. Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Την ίδια περίοδο, όμως, η καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 4,7%, ενώ η αποταμίευση παρέμεινε αρνητική. Αυτή η εικόνα ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο δείκτη την πραγματικότητα που βιώνει σήμερα ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Το εισόδημα μπορεί να αυξάνεται, αλλά αυξάνεται και το ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι καθημερινές ανάγκες. Στέγαση, τρόφιμα, ενέργεια, μεταφορές και υπηρεσίες εξακολουθούν να πιέζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Και όταν η αύξηση του εισοδήματος καταναλώνεται πριν προλάβει να μετατραπεί σε αποταμίευση ή σε καλύτερο επίπεδο ζωής, τότε η βελτίωση των αριθμών δύσκολα γίνεται αντιληπτή στην καθημερινότητα. Ανάλογη είναι η εικόνα και στην επιχειρηματικότητα. Μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει μεγαλύτερο κύκλο εργασιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει περισσότερη πραγματική ρευστότητα. Μισθοδοσία, ενέργεια, χρηματοδότηση, ενοίκια, φορολογικές υποχρεώσεις και ένα συνεχώς αυξανόμενο κόστος συμμόρφωσης περιορίζουν το περιθώριο που απομένει για νέες επενδύσεις και ανάπτυξη. Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το επόμενο μεγάλο στοίχημα της οικονομικής πολιτικής. Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο πόσο αυξήθηκε το ΑΕΠ, πόσο μειώθηκε το χρέος ή πόσο αυξήθηκαν τα δημόσια έσοδα.
Πρέπει να μας απασχολεί εξίσου πόσο εισόδημα μένει πραγματικά διαθέσιμο, πόσο μπορεί να αποταμιεύσει ένα νοικοκυριό και πόσο εύκολα μπορεί μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση να χρηματοδοτήσει την επόμενη επένδυσή της. Η φετινή ΔΕΘ αποτελεί επομένως μια ευκαιρία όχι απλώς για την ανακοίνωση νέων μέτρων, αλλά για να τεθεί ένας πιο ουσιαστικός στόχος. Οι παρεμβάσεις που θα επιλεγούν χρειάζεται να έχουν διάρκεια, να ενισχύουν την παραγωγική οικονομία και να αφήνουν περισσότερο πραγματικό εισόδημα σε εκείνους που εργάζονται, παράγουν και επιχειρούν. Οι μόνιμες λύσεις έχουν μεγαλύτερη αξία από πρόσκαιρες ενισχύσεις που ανακουφίζουν σήμερα, χωρίς να αλλάζουν τις συνθήκες της επόμενης ημέρας. Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι απαραίτητη και η πρόοδος που έχει επιτευχθεί πρέπει να διαφυλαχθεί. Το επόμενο βήμα, όμως, είναι δυσκολότερο: η πρόοδος των αριθμών να γίνει πρόοδος της καθημερινότητας.
Γιατί μια οικονομία δεν είναι πραγματικά ισχυρή μόνο όταν μεγαλώνει. Είναι ισχυρή όταν το νοικοκυριό μπορεί, μετά τις υποχρεώσεις του, να αποταμιεύσει. Όταν η επιχείρηση μπορεί, μετά τα έξοδα και τους φόρους, να επενδύσει. Όταν η αύξηση του εισοδήματος δεν εξαντλείται στην κάλυψη του αυξημένου κόστους ζωής. Αυτό είναι τελικά το πραγματικό μέτρο της επόμενης ημέρας: όχι μόνο πόσο μεγαλώνει η οικονομία, αλλά πόσο από αυτή την ανάπτυξη μένει στον πολίτη και επιστρέφει στην πραγματική οικονομία. Οι αριθμοί δείχνουν την πορεία μιας οικονομίας. Η καθημερινότητα, όμως, επιβεβαιώνει αν αυτή η πορεία έχει πραγματική αξία.

