Για χρόνια, η αποχή περιγραφόταν με τον ίδιο περίπου τεμπέλικο τρόπο: αδιαφορία, απολιτίκ στάση, καναπές, μια γενιά που βαριέται τη δημοκρατία όσο βαριέται και τις ομιλίες σε κομματικά συνέδρια. Ωραία ιστορία, βολική και για όσους κυβερνούν και για όσους αντιπολιτεύονται. Μόνο που μάλλον δεν είναι ακριβώς αλήθεια.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Η νέα αποχή δεν μοιάζει τόσο με έλλειψη ενδιαφέροντος όσο με έλλειψη εμπιστοσύνης. Και αυτή είναι πολύ πιο σοβαρή υπόθεση. Όχι γιατί ο πολίτης αποσύρεται από την κάλπη, αλλά γιατί αποσύρει μαζί και την πίστη του ότι η κάλπη αλλάζει ουσιαστικά κάτι. Στην Ελλάδα, η αποχή εκτοξεύτηκε στο 46,3% στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 και στο 58,8% στις ευρωεκλογές του 2024, όπου οι μη ψηφίσαντες ξεπέρασαν αριθμητικά όσους ψήφισαν. Αυτό δεν είναι απλώς «χαλαρή συμμετοχή». Είναι καμπανάκι.
Και οι νέοι το εκφράζουν σχεδόν ωμά. Η μεγάλη διακρατική έρευνα του FES και του ΕΚΚΕ για την ελληνική νεολαία κατέγραψε ότι οι νέοι ενδιαφέρονται σε έναν βαθμό για την πολιτική, αλλά αντιμετωπίζουν με έντονη δυσπιστία τα μεγάλα κόμματα, τα οποία αξιολογούνται αρνητικά συνολικά. Δηλαδή, δεν λείπει η πολιτική ευαισθησία· λείπει η πεποίθηση ότι οι υφιστάμενοι φορείς εκπροσώπησης αξίζουν την εμπιστοσύνη τους.
Αυτό είναι το καινούργιο στοιχείο. Ο νέος δεν λέει απαραίτητα «δεν με αφορά η πολιτική». Λέει «με αφορά, αλλά δεν σας πιστεύω». Δεν αρνείται ότι οι αποφάσεις είναι κρίσιμες. Αρνείται ότι αυτοί που τις διεκδικούν μιλούν πραγματικά τη γλώσσα του. Βλέπει κόμματα που του μιλούν σαν target group. Πολιτικούς που τον θυμούνται λίγο πριν από τις εκλογές και θεσμούς που μοιάζουν να του ζητούν συμμετοχή χωρίς να του προσφέρουν ουσιαστική επιρροή.
Όταν η αποχή γίνεται συνήθεια, παύει να είναι διαμαρτυρία και γίνεται περιβάλλον. Μια δημοκρατία μπορεί να αντέξει τον θυμό. Δύσκολα αντέχει την κρύα απόσυρση. Ο ΟΟΣΑ έχει δείξει ότι η εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις συνδέεται καθοριστικά με το αν οι πολίτες αισθάνονται πως έχουν λόγο στις αποφάσεις: όταν νιώθουν ότι ακούγονται, η εμπιστοσύνη ανεβαίνει κατακόρυφα· όταν νιώθουν αποκλεισμένοι, βυθίζεται.
Η νέα αποχή λοιπόν είναι πολιτικό μήνυμα, απλώς χωρίς πανό. Είναι το αποτέλεσμα μιας κουλτούρας όπου οι πολίτες, και ειδικά οι νεότεροι, βλέπουν ότι η συμμετοχή τους ζητείται συμβολικά αλλά δεν αξιοποιείται πραγματικά. Και κάπου εκεί η ψήφος χάνει το βάρος της και μοιάζει με τελετουργία χαμηλής απόδοσης: την κάνεις γιατί «έτσι γίνεται», όχι γιατί πιστεύεις ότι ανοίγει δρόμο.
Βέβαια, υπάρχει και η άλλη όψη: Η αποχή δεν αθωώνεται επειδή εξηγείται. Αν οι νέοι αποσυρθούν πλήρως, το κενό δεν θα μείνει κενό για πολύ. Θα καλυφθεί από πιο πειθαρχημένα, πιο φανατικά, πιο οργανωμένα ακροατήρια. Η δυσπιστία είναι κατανοητή. Αλλά όταν μετατρέπεται σε πλήρη αποχή, παραδίδει τον χώρο σε όσους δεν έχουν κανένα πρόβλημα να τον καταλάβουν.
Η νέα αποχή δεν λέει «δεν με νοιάζει». Λέει «δεν σας εμπιστεύομαι». Και αυτό είναι ίσως το πιο πολιτικό αλλά και το πιο επικίνδυνο μήνυμα της εποχής. Γιατί μια δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο όταν οι πολίτες την πολεμούν. Μπορεί να αδειάσει και όταν απλώς σταματήσουν να πιστεύουν ότι αξίζει να τη χρησιμοποιούν.

