Στον απόηχο των πρόσφατων κρουσμάτων χανταϊού, ο λοιμωξιολόγος Νίκος Σύψας έδειξε ιδιαίτερα καθησυχαστικός κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ την Παρασκευή, 8 Μαΐου.
Ο καθηγητής περιέγραψε τον χανταϊό ως έναν παλαιό ιό που παρατηρείται κυρίως στη Νότια Αμερική και τόνισε ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε επιδημία ή νέα πανδημία.
«Ο χανταϊός έχει προκύψει από ένα περιβάλλον που έχει υπάρξει για χρόνια στη Νότια Αμερική και δεν έχει την ίδια ικανότητα μετάδοσης όπως ο κορονοϊός», δήλωσε χαρακτηριστικά. Αν και έχει καταγραφεί παρουσία του ιού και στην Ελλάδα, η περίπτωση των κρουσμάτων στη Νότια Αμερική φαίνεται να έχει περισσότερη διασπορά μεταξύ ανθρώπων, κάτι που δημιουργεί ανησυχία.
Ο καθηγητής Σύψας εξήγησε ότι η μετάδοση του ιού απαιτεί στενή επαφή μεταξύ του φορέα και του ατόμου που θα μολυνθεί, προσθέτοντας ότι, αν υπήρχαν κρούσματα κορονοϊού σε ένα πλοίο, θα είχαν προσβληθεί όλοι πολύ πιο εύκολα. «Αυτή τη στιγμή έχουμε μόνο 8 κρούσματα, οπότε δεν υπάρχει λόγος αυξημένου πανικού», υπογράμμισε.
Αναφορικά με τη θεραπεία του χανταϊού, ο καθηγητής τόνισε ότι δεν υπάρχει κάποιο φάρμακο ή εμβόλιο διαθέσιμο. «Η θνητότητα στη Νότια Αμερική μπορεί να φτάσει το 30%, με την εντατική θεραπεία να είναι η μόνη διαθέσιμη βοήθεια», προσέθεσε. Σημείωσε επίσης πως ο ιός απελευθερώνεται από τα περιττώματα των ποντικών και μπορεί να εισέλθει στο ανθρώπινο σώμα μέσω μολυσμένης σκόνης.
«Οι περισσότεροι που εκτίθενται στην Ελλάδα είναι εργαζόμενοι σε υπόγεια ή κυνηγοί», εξήγησε ο κ. Σύψας. Αναφέρθηκε σε παλαιότερες περιπτώσεις κρουσμάτων στην Ήπειρο το 1985, τονίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται μεμονωμένα κρούσματα με χαμηλότερη θνητότητα και διαφορετική κλινική εικόνα.
Για τα συμπτώματα του χανταϊού, ο καθηγητής ανέφερε ότι η αρχική φάση περιλαμβάνει γριπώδη συνδρομή με πυρετό και πονοκεφάλους. Σε προχωρημένα στάδια, μπορεί να παρατηρηθούν αιματουρία και άλλες σοβαρές επιπλοκές. Ευτυχώς, οι περισσότεροι ασθενείς ανακτούν τη υγεία τους χωρίς να αντιληφθούν σοβαρή διαταραχή.
Τέλος, ο κ. Σύψας προειδοποίησε ότι για να σταματήσει η διασπορά του ιού, θα πρέπει να υπάρξει απομόνωση των επιβεβαιωμένων και ύποπτων κρουσμάτων, με στόχο να περάσουν τουλάχιστον 30 ημέρες χωρίς νέα κρούσματα. «Μέχρι τότε, είναι απαραίτητη η χρήση μάσκας σε κλειστούς χώρους, όπως σε αεροπλάνα και πλοία», κατέληξε.

