Μπορεί να ξεκίνησε ως μια απλή αναφορά στο «Καλάθι της Σαρακοστής», όμως τελικά εξελίχθηκε σε ακόμη μία από εκείνες τις αυθεντικά ελληνικές συζητήσεις που χωρίζουν τη χώρα στα δύο — όπως το σουβλάκι με πίτα ή καλαμάκι, η τυρόπιτα με ή χωρίς φύλλο και φυσικά το αιώνιο «μπουγάτσα με κρέμα ή με τυρί».
Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρέθηκε η λέξη «αλοιφές».
Η αναφορά στις «νηστίσιμες σαλάτες (αλοιφές, μελιτζανοσαλάτες, ταραμοσαλάτες κ.ά.)» προκάλεσε αμέσως κύμα σχολίων στα social media, με αρκετούς να αντιμετωπίζουν τον όρο με χιούμορ, απορία ή και… πολιτισμικό σοκ.
Γιατί για τη Βόρεια Ελλάδα, η λέξη «αλοιφή» είναι απολύτως φυσιολογική. Για πολλούς στον Νότο όμως, παραπέμπει περισσότερο σε φαρμακείο παρά σε μεζέ.
Η λέξη που έγινε viral πριν καν το καταλάβουμε
Το ίντερνετ έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα: πήρε μια καθημερινή λέξη και τη μετέτρεψε σε εθνικό debate.
«Αλοιφή δεν βάζεις στα εγκαύματα;»
«Δηλαδή το τζατζίκι είναι κρέμα προσώπου;»
«Ποιος λέει τη μελιτζανοσαλάτα αλοιφή;»
Κι όμως, η Βόρεια Ελλάδα όχι μόνο το λέει, αλλά μάλλον… έχει και δίκιο.
Γιατί τεχνικά, όλες αυτές οι “σαλάτες” που αλείφονται σε ψωμί, ντάκο ή πίτα ανήκουν στην ίδια κατηγορία: είναι πολτοποιημένα παρασκευάσματα που λειτουργούν ως spread ή dip.
Με απλά λόγια; Αλείφονται. Άρα είναι αλοιφές.
Η ιστορία πίσω από τη λέξη «σαλάτα»
Η ίδια η έννοια της σαλάτας ξεκινά αιώνες πίσω και συνδέεται με χόρτα, λαχανικά και μυρωδικά που συνοδεύονταν από λάδι, ξίδι ή λεμόνι.
Η λέξη προέρχεται από το λατινικό herba salata, δηλαδή «αλατισμένα βότανα», και πέρασε αργότερα στη γαλλική γλώσσα ως salade.
Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούνται από τους πρώτους λαούς που κατανάλωναν μείγματα λαχανικών με dressing — κάτι σαν τις πρώτες σαλάτες της ιστορίας.
Κάπου στην πορεία όμως, τα πράγματα άλλαξαν.
Τα υλικά άρχισαν να πολτοποιούνται σε γουδιά, να γίνονται πιο κρεμώδη και να συνοδεύουν ψωμί, κρέας ή λαχανικά. Εκεί γεννήθηκαν τα spreads και τα dips, δηλαδή αυτό που στη Βόρεια Ελλάδα αποκαλείται απλά και ξεκάθαρα: αλοιφή.
Η Βόρεια Ελλάδα επιμένει — και μάλλον σωστά
Σύμφωνα με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, η λέξη «αλοιφή» χρησιμοποιείται τόσο για θεραπευτικές ή καλλυντικές κρέμες όσο και για πολτοποιημένα φαγητά που απλώνονται.
Άρα η τυροσαλάτα, η μελιτζανοσαλάτα, η φάβα, ο ταραμάς και το τζατζίκι μπορούν απολύτως σωστά να χαρακτηριστούν αλοιφές.
Το γεγονός ότι στο «Καλάθι της Σαρακοστής» αναφέρθηκαν ξεχωριστά «αλοιφές» και «μελιτζανοσαλάτες» προκάλεσε ακόμη περισσότερη σύγχυση, αφού ουσιαστικά η μία κατηγορία περιέχει την άλλη.
Με άλλα λόγια; Η μελιτζανοσαλάτα είναι… αλοιφή.
Και κάπου εδώ, η Θεσσαλονίκη σηκώνει δικαιωμένα το τρόπαιο.
Το international confirmation: Οι ξένοι τις λένε όλες dip
Το πιο αστείο της υπόθεσης είναι πως στο εξωτερικό το debate δεν υπάρχει καν.
Η μελιτζανοσαλάτα μεταφράζεται σχεδόν παντού ως Greek Eggplant Dip.
Το τζατζίκι είναι dip.
Η τυροκαυτερή είναι spread.
Ο ταραμάς επίσης καταγράφεται ως dip ή spread.
Κανείς δεν τις αντιμετωπίζει ως «κανονικές σαλάτες» με την παραδοσιακή έννοια.
Κι αν το καλοσκεφτεί κανείς, δύσκολα θα φας ταραμοσαλάτα με πιρούνι σαν χωριάτικη.
Το ελληνικό τραπέζι αγαπά τις αλοιφές
Στην πραγματικότητα, οι ελληνικές αλοιφές είναι ένα από τα πιο δυνατά κομμάτια της μεσογειακής κουζίνας.
Είναι comfort food, είναι παρέα με ψωμί και κρασί, είναι Κυριακή στο χωριό, είναι νηστεία, είναι καλοκαίρι σε ταβέρνα δίπλα στη θάλασσα.
Μελιτζάνα, φέτα, πατάτα, σκορδάκι, γιαούρτι, ταραμάς, πιπεριά, ελαιόλαδο.
Λίγα υλικά, έντονη γεύση και μια κουταλιά που σχεδόν πάντα καταλήγει πάνω σε ζεστό ψωμί.
Και κάπως έτσι, μια απλή λέξη κατάφερε να ξαναθυμίσει ότι στην Ελλάδα ακόμη και οι γαστρονομικοί όροι κουβαλούν ιστορία, τοπική ταυτότητα και πολύ — πάρα πολύ — πάθος.

