Σημαντικό πλήγμα έχει δεχθεί η παγκόσμια ενεργειακή αγορά, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε απώλειες αργού πετρελαίου που ξεπερνούν τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες.
Σύμφωνα με αναλύσεις και στοιχεία που επικαλείται το Reuters, περισσότερα από 500 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και συναφών προϊόντων έχουν αποσυρθεί από την παγκόσμια αγορά από τα τέλη Φεβρουαρίου, προκαλώντας τη μεγαλύτερη διαταραχή στον ενεργειακό εφοδιασμό των τελευταίων δεκαετιών.
Σύντομη ανάσα και νέα ανατροπή στα Στενά του Ορμούζ
Η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα ρευστή, με τις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ να επηρεάζουν άμεσα τις αγορές.
Παρά τις αρχικές ανακοινώσεις για επαναλειτουργία της στρατηγικής θαλάσσιας οδού μετά από συμφωνία εκεχειρίας στον Λίβανος, η απόφαση ανετράπη μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, καθώς η Τεχεράνη προχώρησε εκ νέου στο κλείσιμό της, επικαλούμενη αντίποινα για αμερικανικές ενέργειες.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος των Ηνωμένες Πολιτείες, Ντόναλντ Τραμπ, εμφανίστηκε αισιόδοξος για ενδεχόμενη συμφωνία τερματισμού του πολέμου, εκτίμηση που ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα στο πεδίο.
Η μεγαλύτερη διαταραχή στην αγορά ενέργειας
Η απώλεια των 500 εκατομμυρίων βαρελιών ισοδυναμεί με τεράστια μεγέθη για την παγκόσμια οικονομία. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί:
Σε περίπου έναν μήνα κατανάλωσης πετρελαίου στις ΗΠΑ ή περισσότερο από έναν μήνα για ολόκληρη την Ευρώπη
Σε πλήρη παύση των οδικών μετακινήσεων παγκοσμίως για σχεδόν δύο εβδομάδες
Σε αρκετά καύσιμα για τη λειτουργία της διεθνούς ναυτιλίας για περίπου τέσσερις μήνες
Η σύγκριση αυτή αποτυπώνει το μέγεθος της διαταραχής, η οποία έχει ήδη επηρεάσει πολλαπλούς τομείς της οικονομίας.
Δραματική πτώση παραγωγής και εξαγωγών
Οι χώρες του Κόλπου έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο πλήγμα, με την ημερήσια παραγωγή να μειώνεται κατά περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια τον Μάρτιο. Πρόκειται για ποσότητα που προσεγγίζει τη συνδυασμένη παραγωγή ενεργειακών κολοσσών όπως η ExxonMobil και η Chevron.
Παράλληλα, οι εξαγωγές καυσίμων αεροσκαφών από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σημείωσαν κατακόρυφη πτώση, περιοριζόμενες σε ένα μικρό κλάσμα των επιπέδων του Φεβρουαρίου.
Οι επιπτώσεις αυτές μεταφράζονται σε σημαντική μείωση της ενεργειακής προσφοράς, με άμεσο αντίκτυπο στις διεθνείς τιμές.
Οικονομικές απώλειες και παγκόσμιες συνέπειες
Με τις τιμές του πετρελαίου να κυμαίνονται κατά μέσο όρο κοντά στα 100 δολάρια ανά βαρέλι, οι απώλειες εσόδων υπολογίζονται σε περίπου 50 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 1% του ετήσιου ΑΕΠ της Γερμανία ή στο σύνολο της οικονομίας μικρότερων ευρωπαϊκών χωρών, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κρίσης.
Αργή και δύσκολη η ανάκαμψη
Ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης της έντασης, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση. Τα αποθέματα αργού πετρελαίου έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά, ενώ οι διακοπές στην παραγωγή παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Σε χώρες όπως το Κουβέιτ και το Ιράκ, η πλήρης αποκατάσταση της παραγωγής ενδέχεται να απαιτήσει έως και πέντε μήνες, ενώ οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές, όπως μονάδες διύλισης και εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Κατάρ, μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως.
Η ενεργειακή κρίση που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή αναμένεται να αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία, με τις επιπτώσεις της να γίνονται αισθητές τόσο στις αγορές όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών σε διεθνές επίπεδο.

