Ναι, ήταν μια γροθιά στο στομάχι της ελληνικής κοινωνίας η τραγωδία με τις δύο 17χρονες μαθήτριες στην Ηλιούπολη. Μιας τραγωδίας που επανάφερε με οδυνηρό τρόπο ένα ερώτημα που η κοινωνία αποφεύγει συχνά να αντιμετωπίσει κατάματα: γιατί ολοένα και περισσότεροι νέοι άνθρωποι νιώθουν σήμερα ότι δεν αντέχουν να συνεχίσουν;
- Του Φώτη Σιούμπουρα
Ποια είναι τα αίτια που τα παιδιά σήμερα «σκοτώνουν τον άλλον, τον μισητό εαυτό τους»; Η αυτοκτονία στους νέους δεν είναι βέβαια ποτέ αποτέλεσμα μίας μόνο αιτίας. Είναι συνήθως η κορύφωση μιας μακράς εσωτερικής διαδρομής μοναξιάς, ψυχικής πίεσης, αδιεξόδου και σιωπής. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η κατάθλιψη, το άγχος, ο εκφοβισμός, η κοινωνική απομόνωση, οι οικογενειακές συγκρούσεις και η αίσθηση αποτυχίας λειτουργούν συχνά αθροιστικά. Στη σημερινή εποχή, όμως, προστίθενται και νέοι παράγοντες: η διαρκής σύγκριση μέσω των κοινωνικών δικτύων, η πίεση της «τέλειας εικόνας», η αβεβαιότητα για το μέλλον και η αποδυνάμωση των πραγματικών ανθρώπινων δεσμών.
Στην Ελλάδα, τα επίσημα ποσοστά αυτοκτονιών παραμένουν χαμηλότερα σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και ευρωπαϊκών βάσεων δεδομένων, η Ελλάδα καταγράφει από τις χαμηλότερες αναλογίες αυτοκτονιών στην Ευρώπη, μαζί με την Κύπρο και τη Μάλτα. Η χώρα που παρουσιάζει υψηλότερα ποσοστά καταγεγραμμένων αυτοκτονιών εφήβων στον κόσμο είναι η Νέα Ζηλανδία, πρώτη ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, με τριπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο των αναπτυγμένων χωρών. Μια χώρα που πολλοί έχουμε στο μυαλό μας ως παράδεισο και πρότυπο.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι η αυτοκτονία αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου για τις ηλικίες 15 έως 29 ετών. Στην Ευρώπη, περισσότεροι από 120.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από αυτοκτονία, ενώ για τους νέους η αυτοκτονία είναι πλέον από τις πρώτες αιτίες θανάτου. Σε χώρες της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης τα ποσοστά είναι ιδιαίτερα υψηλά, γεγονός που συνδέεται με κοινωνικές ανισότητες, αποξένωση και ιστορικά τραύματα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, έρευνες των τελευταίων ετών καταγράφουν αύξηση άνω του 60% στις αυτοκτονίες νέων ηλικίας 10-24 ετών από το 2007 έως το 2021.
Μελετώντας τα στοιχεία από διαφορετικά μέρη του κόσμου, διαπιστώνουμε ότι το πρόβλημα της αυτοκτονίας των νέων είναι πολυπαραγοντικό, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις κατά τόπους συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κοινές συνιστώσες. Είναι η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές, ο σχολικός εκφοβισμός, η κοινωνική απομόνωση, η οικογενειακή βία ή παραμέληση, η χρήση ουσιών, η υπερβολική πίεση από το σχολείο ή τα κοινωνικά δίκτυα και η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Χωρίς να χρειαστεί να κουνάμε το δάχτυλο σε γονείς, σχολεία και περιβάλλοντα, αφού δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές για να εξαλειφθεί το πρόβλημα, αξίζει να επισημανθεί ο ρόλος του καθενός και η συμβολή του στην αποτροπή.
Κρίσιμος είναι κατ αρχήν ο ρόλος της οικογένειας. Οι γονείς σήμερα βρίσκονται συχνά εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην οικονομική πίεση, στην εργασιακή ανασφάλεια και στην αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας με τα παιδιά τους. Πολλοί νέοι μεγαλώνουν σε σπίτια όπου υπάρχει υλική κάλυψη αλλά συναισθηματική απουσία. Άλλοι βιώνουν υπερβολικές απαιτήσεις, συνεχείς συγκρίσεις ή αδυναμία αποδοχής της προσωπικότητάς τους. Η έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου οδηγεί αρκετούς εφήβους στο να κρύβουν τον ψυχικό τους πόνο μέχρι να γίνει αβάσταχτος.
Καθοριστικός και ο ρόλος της εκπαίδευσης . Το σχολείο δεν μπορεί σήμερα να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός εξετάσεων και επιδόσεων. Πολλά παιδιά μεγαλώνουν σήμερα με την αίσθηση ότι η αξία τους εξαρτάται από βαθμούς, επιτυχίες και κοινωνική αποδοχή. Ο φόβος της αποτυχίας γίνεται δυσβάσταχτος ήδη από την εφηβεία. Η πίεση για πανελλαδικές εξετάσεις, η αγωνία για επαγγελματική αποκατάσταση και η ανασφάλεια μιας κοινωνίας που μοιάζει να μην προσφέρει σταθερότητα δημιουργούν ένα εκρηκτικό ψυχικό φορτίο.
Ταυτόχρονα, τα σχολεία συχνά δεν διαθέτουν επαρκείς ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Παιδιά που εμφανίζουν σημάδια κατάθλιψης ή απομόνωσης περνούν απαρατήρητα ή στιγματίζονται. Η ψυχική υγεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από πολλούς ως «αδυναμία» και όχι ως υπαρκτό πρόβλημα που απαιτεί φροντίδα και υποστήριξη.
Επίσης, τα social media, ειδικά στον αναπτυγμένο κόσμο, κατηγορούνται πλέον ευθέως για επιβάρυνση της ψυχικής υγείας των νέων και ο ρόλος τους δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Στις σημερινές συνθήκες τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν συχνά ως επιταχυντής. Η συνεχής έκθεση σε «τέλειες ζωές», σώματα, επιτυχίες και δημοφιλία δημιουργεί μια μόνιμη αίσθηση ανεπάρκειας. Οι νέοι συγκρίνουν τον εαυτό τους με μια ψηφιακή πραγματικότητα που δεν υπάρχει πραγματικά. Παράλληλα, το cyberbullying έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις. Ένας δημόσιος εξευτελισμός ή μια διαδικτυακή στοχοποίηση μπορούν να διαλύσουν ψυχολογικά έναν έφηβο που δεν διαθέτει ακόμη ισχυρούς μηχανισμούς άμυνας. Ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σημειώνει ότι πάνω από ένας στους δέκα εφήβους εμφανίζει προβληματική συμπεριφορά χρήσης social media.
Διεθνείς οργανισμοί , που έχουν διενεργήσει (και διενεργούν) έρευνες πάνω στο θέμα των αυτοκτονιών των νέων ,για το οποίο σημειώνουν δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε άγνωστο, υποστηρίζουν ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί είναι η πρόληψη. Απέναντι μάλιστα στη νέα πραγματικότητα, που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας και σε όλες τις χώρες του κόσμου, η πρόληψη είναι η σημαντικότερη άμυνα. Η παρουσία συμβούλων ψυχικής υγείας στα σχολεία, η εύκολη πρόσβαση σε ψυχολογική υποστήριξη και η εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών στην αναγνώριση προειδοποιητικών σημείων μπορούν να σώσουν ζωές. Και η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην έγκαιρη ψυχολογική υποστήριξη, στην εκπαίδευση γονέων και δασκάλων, στη μείωση του κοινωνικού στίγματος και στην εύκολη πρόσβαση των νέων σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Με λίγα λόγια, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα στους νέους και όχι απλώς να καταγράφουμε το φαινόμενο.
Οι ειδικοί επιμένουν ότι οι περισσότερες αυτοκτονίες δεν συμβαίνουν «ξαφνικά». Συνήθως προηγούνται σημάδια: απόσυρση, απελπισία, αλλαγές συμπεριφοράς, εκφράσεις ματαιότητας ή αυτοκαταστροφικές τάσεις.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να δημιουργηθεί μια κοινωνία όπου οι νέοι θα αισθάνονται ασφαλείς για το παρόν και αισιόδοξοι για το μέλλον τους. Και ότι δεν θα φοβούνται να μιλήσουν. Μια κοινωνία που δεν θα αντιμετωπίζει την ψυχική οδύνη ως ντροπή. Γιατί πίσω από κάθε αυτοκτονία ενός νέου ανθρώπου υπάρχει πάντα ένα τρομακτικό ερώτημα: πόσοι γύρω του είδαν τον πόνο του και δεν κατάφεραν να τον ακούσουν;

