Ο Λίβανος στέκεται ενώπιον μιας ιστορικής δοκιμασίας. Η καταστροφική έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού, η χρηματοπιστωτική κατάρρευση και σχεδόν τρία χρόνια διαδοχικών συγκρούσεων με το Ισραήλ άφησαν τη χώρα οικονομικά εξουθενωμένη, κοινωνικά τραυματισμένη και θεσμικά απογυμνωμένη.
- του Λυκούργου Λιακάκου Δρ. διεθνούς δικαίου Παντείου
Η εκλογή του Ζοζέφ Αούν στην προεδρία, τον Ιανουάριο του 2025, και η ανάδειξη του Ναουάφ Σαλάμ στην πρωθυπουργία τερμάτισαν μια παρατεταμένη περίοδο προεδρικού κενού και θεσμικής προσωρινότητας. Δεν εξάλειψαν, όμως, το σύστημα παράλυσης που συντηρείται από πρώην πολέμαρχους, τραπεζικά συμφέροντα και ένοπλους μηχανισμούς εκτός κρατικού ελέγχου.
Το θεμελιώδες διακύβευμα συμπυκνώνεται σε μία λέξη: κυριαρχία.
Η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να λειτουργεί ως κράτος εν κράτει, διαθέτοντας οπλοστάσιο, κοινωνικές υπηρεσίες, σχολεία, νοσοκομεία και παράλληλους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς. Η στρατιωτική συντριβή ή ο βίαιος και άμεσος αφοπλισμός της, ενδεχομένως θα πυροδοτούσαν νέα αιματηρή εσωτερική σύγκρουση.
Η βιώσιμη διαδρομή προϋποθέτει σταδιακή αποστράτευση, επανένταξη μαχητών υπό αυστηρές προϋποθέσεις, έλεγχο των διαδρομών ανεφοδιασμού από τη Συρία και αντικατάσταση των κοινωνικών δικτύων της οργάνωσης από ένα λειτουργικό κράτος.
Η στρατηγική πρέπει να στηριχθεί σε κίνητρα και όχι με βάση την τυφλή τιμωρία. Από τη μία, μια Χεζμπολάχ που θυσιάζει τους Λιβανέζους στις περιφερειακές επιδιώξεις της Τεχεράνης· από την άλλη, ένα κράτος ικανό να προστατεύσει τους πολίτες του, να ανοικοδομήσει τα χωριά τους και να αποκαταστήσει τις βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
Δίχως αυτή τη μετατόπιση της κοινωνικής νομιμοποίησης κανένα σχέδιο αφοπλισμού δεν θα αποκτήσει κοινωνικό έρεισμα, διάρκεια και ανθεκτικότητα.
Η εξίσωση, εντούτοις, δεν λύνεται μονομερώς. Το Ισραήλ οφείλει να αποχωρήσει πλήρως από τον νότιο Λίβανο και να τερματίσει τις περιοδικές επιδρομές που προσφέρουν στη σιιτική ένοπλη οργάνωση το ισχυρότερο πρόσχημα για τη διατήρηση των όπλων της.
Οι πρώτες «πιλοτικές ζώνες», στις οποίες οι ισραηλινές δυνάμεις αποσύρονται και τη θέση τους καταλαμβάνει ο λιβανικός στρατός, συνιστούν κρίσιμη δοκιμασία αμοιβαίας συμμόρφωσης. Οι επόμενες συνομιλίες υπό αμερικανική διαμεσολάβηση, στις 4 Αυγούστου στην Ιταλία, θα αποκαλύψουν εάν η διαδικασία διαθέτει πραγματικό πολιτικό βάθος ή περιορίζεται σε μία ακόμη εύθραυστη διαχείριση της κρίσης.
Ο τρίτος πυλώνας είναι η ανοικοδόμηση. Η Παγκόσμια Τράπεζα αποτίμησε το συνολικό οικονομικό κόστος της σύγκρουσης του 2023-2024 σε περίπου 14 δισ. δολάρια -6,8 δισ. σε υλικές ζημιές και 7,2 δισ. σε οικονομικές απώλειες-, ενώ υπολόγισε τις ανάγκες ανάκαμψης και ανοικοδόμησης σε 11 δισ. δολάρια.
Ο νέος πόλεμος επιβάρυνε δραματικά τον λογαριασμό. Η λιβανική κυβέρνηση έχει προειδοποιήσει ότι το κόστος του 2026 θα ανέλθει στα 20 δισ. δολάρια και η οικονομία αναμένεται να συρρικνωθεί κατά τουλάχιστον 7%.
Η ανοικοδόμηση, όμως, δεν δύναται να μετατραπεί σε ακόμη μία διεθνή επιδότηση ενός χρεοκοπημένου συστήματος. Δίχως τραπεζική εξυγίανση, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, αξιόπιστη εποπτεία και διαφανή κατανομή των ζημιών κανένας σοβαρός επενδυτής δεν θα ρισκάρει τα κεφάλαιά του για να χρηματοδοτήσει το ίδιο αποτυχημένο μοντέλο.
Η πρόσφατη συνάντηση Αούν – Τραμπ στον Λευκό Οίκο απέφερε κυρίως πολιτική στήριξη και συμβολικές δεσμεύσεις, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις.
Πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, η Ουάσιγκτον καλείται να διασφαλίσει μια πολυετή στρατηγική: σταθερή ενίσχυση των λιβανικών ενόπλων δυνάμεων, αξιόπιστο μηχανισμό επιτήρησης της ισραηλινής αποχώρησης, στοχευμένες κυρώσεις κατά όσων υπονομεύουν τον αφοπλισμό και επενδυτικό ταμείο συνδεδεμένο με συγκεκριμένα και μετρήσιμα ορόσημα μεταρρυθμίσεων.
Το εγχείρημα επαναφοράς του Λιβάνου παραμένει εφικτό μόνο εφόσον η ασφάλεια, η κυριαρχία και η οικονομική ανασυγκρότηση προχωρήσουν ταυτόχρονα. Διαφορετικά θα παραμείνει μετέωρος ανάμεσα στη Χεζμπολάχ και την άβυσσο: πολύ αδύναμος για να ανακτήσει την κυριαρχία του και πολύ διαιρεμένος για να ανοικοδομηθεί πραγματικά.

