Η συζήτηση για τη μεσαία τάξη επέστρεψε από το βήμα της ΔΕΘ στο επίκεντρο της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού η μεσαία τάξη δεν είναι απλώς μια εισοδηματική κατηγορία. Είναι ο βασικός κορμός της κατανάλωσης, της φορολογικής βάσης, της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και, ταυτόχρονα, μια από τις κοινωνικές ομάδες που μπορούν να καθορίσουν την πολιτική ισορροπία και το εκλογικό αποτέλεσμα.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Το πρώτο ερώτημα είναι ποιοι πραγματικά αποτελούν σήμερα τη μεσαία τάξη στην Ελλάδα. Ο διεθνής ορισμός του ΟΟΣΑ τοποθετεί τα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος μεταξύ του 75% και του 200% του διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος. Πρόκειται, επομένως, για ένα ιδιαίτερα ευρύ κοινωνικό σύνολο. Στην ελληνική πραγματικότητα περιλαμβάνει μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, επιστήμονες, ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους, αυτοαπασχολούμενους, μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες, στελέχη επιχειρήσεων και ένα σημαντικό μέρος των συνταξιούχων.
Δεν υπάρχει συνεπώς μία και μοναδική μεσαία τάξη. Υπάρχει η χαμηλότερη μεσαία εισοδηματική κατηγορία, που βρίσκεται πολύ κοντά στα όρια οικονομικής ευπάθειας, ο κύριος κορμός των μεσαίων εισοδημάτων και η ανώτερη μεσαία τάξη. Και ίσως εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της σημερινής συγκυρίας: η απόσταση μεταξύ της στατιστικής ένταξης στη μεσαία τάξη και της πραγματικής δυνατότητας ενός νοικοκυριού να διατηρήσει ένα μεσαίο επίπεδο διαβίωσης έχει μεγαλώσει.
Το πραγματικό ερώτημα σε μια παρατεταμένη περίοδο ακρίβειας δεν είναι μόνο πόσο εισόδημα έχει κάποιος, αλλά πόσο του μένει. Ένα νοικοκυριό μπορεί να εμφανίζει υψηλότερο ονομαστικό εισόδημα σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια, αλλά ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει αυξημένες δαπάνες για τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, μεταφορές, εκπαίδευση και υπηρεσίες. Όταν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στις ανελαστικές δαπάνες, η πραγματική οικονομική ελευθερία της μεσαίας τάξης περιορίζεται.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία. Η μεσαία τάξη είναι ταυτόχρονα καταναλωτής, φορολογούμενος, αποταμιευτής και επενδυτής. Είναι επίσης άμεσα συνδεδεμένη με τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η οποία αποτελεί τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Όταν το διαθέσιμο εισόδημά της αυξάνεται πραγματικά, η κατανάλωση ενισχύεται, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων μεγαλώνει, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και επιστρέφουν περισσότερα έσοδα στο Δημόσιο. Όταν, αντίθετα, η μεσαία τάξη πιέζεται, ολόκληρη αυτή η αλυσίδα λειτουργεί αντίστροφα.
Η φορολογική πολιτική της κυβέρνησης αναγνωρίζει σε σημαντικό βαθμό αυτή την πραγματικότητα με ελαφρύνσεις για τις ελληνικές οικογένειες. Επίσης το νέο πακέτο των μέτρων της ΔΕΘ ύψους 2,2 δισ. ευρώ πράγματι κάνει σημαντικές παρεμβάσεις, που όμως δεν αρκούν από μόνες τους για να απαντήσουν στο βασικό πρόβλημα της ακρίβειας και της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 1,9% το 2026, με την απασχόληση, τις μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος και τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις να στηρίζουν την ιδιωτική κατανάλωση. Την ίδια στιγμή, όμως, προβλέπει πληθωρισμό 3,5% για το σύνολο του 2026, κυρίως λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας. Αυτό ακριβώς δείχνει γιατί η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στις ονομαστικές αυξήσεις μισθών και εισοδημάτων.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση για τη μεσαία τάξη, που είναι η πολιτική. Η μεσαία τάξη αποτελεί διαχρονικά το μεγάλο πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού. Όχι επειδή ψηφίζει ως ενιαίο κοινωνικό μπλοκ, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αλλά επειδή είναι μεγάλη αριθμητικά, κοινωνικά διαφοροποιημένη και περισσότερο εκλογικά μετακινούμενη από τις ομάδες με ισχυρότερη κομματική ταύτιση.
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας που αντιμετωπίζει αυξημένο λειτουργικό κόστος, ο ελεύθερος επαγγελματίας που προβληματίζεται για τη φορολογία και τα τεκμήρια, ο μισθωτός που βλέπει το εισόδημά του να αυξάνεται, αλλά το κόστος στέγασης να απορροφά την αύξηση και η οικογένεια που καλείται να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες των παιδιών της μπορεί να ανήκουν στατιστικά στην ίδια ευρεία εισοδηματική κατηγορία. Δεν έχουν όμως κατ’ ανάγκη τις ίδιες πολιτικές προτεραιότητες.
Έχουν, ωστόσο, έναν κοινό παρονομαστή να αξιολογούν την οικονομία μέσα από το διαθέσιμο εισόδημα και την καθημερινότητά τους. Για αυτό και η κατάσταση της μεσαίας τάξης λειτουργεί ως ένας ιδιότυπος δείκτης εμπιστοσύνης προς την οικονομική πολιτική. Δεν αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ. Δεν αρκεί να βελτιώνονται οι δημοσιονομικοί δείκτες. Η ανάπτυξη πρέπει να μετατρέπεται σε πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, επενδυτική δυνατότητα και οικονομική ασφάλεια.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η ενίσχυση της μεσαίας τάξης δεν είναι απλώς κοινωνική πολιτική. Είναι αναπτυξιακή πολιτική. Κάθε πρόσθετο ευρώ πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος έχει μεγάλη πιθανότητα να επιστρέψει στην πραγματική οικονομία μέσω κατανάλωσης, υπηρεσιών, εμπορίου και επενδύσεων.
Η επόμενη μεγάλη οικονομική πρόκληση, επομένως, είναι η διεύρυνση και όχι απλώς η φορολογική ανακούφιση της μεσαίας τάξης. Χρειάζονται καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, χαμηλότερο μη μισθολογικό κόστος, πρόσβαση των ΜμΕ στη χρηματοδότηση, περισσότερες επενδύσεις, αντιμετώπιση του στεγαστικού κόστους και σταθερή αποκλιμάκωση της φορολογικής επιβάρυνσης της παραγωγικής οικονομίας. Γιατί μια ισχυρή μεσαία τάξη δημιουργεί περισσότερη κατανάλωση, περισσότερη επιχειρηματικότητα, περισσότερη φορολογητέα ύλη και περισσότερη κοινωνική σταθερότητα.
Η μεσαία τάξη δεν πρέπει να είναι η τάξη που απλώς αντέχει. Πρέπει να είναι η τάξη που μπορεί να προοδεύει. Και τελικά εκεί βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη οικονομική και πολιτική εξίσωση της επόμενης περιόδου. Εάν λοιπόν η κυβέρνηση καταφέρει με τα νέα μέτρα της ΔΕΘ να μετατρέψει την ανάπτυξη των αριθμών σε ανάπτυξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος της μεσαίας τάξης, θα έχει κερδίσει όχι μόνο ένα οικονομικό στοίχημα, αλλά και ένα μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης της κοινωνίας.

