Κάθε καλοκαίρι γινόμαστε παρατηρητές της ίδιας τραγικής εικόνας, δηλαδή των ανεξέλεγκτων πυρκαγιών με φλόγες πολλών μέτρων, οικισμούς που εκκενώνονται, πυροσβεστικά αεροσκάφη στον αέρα, ανθρώπους που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους ή χάνουν τη ζωή τους και δασικές εκτάσεις και οικοσυστήματα που χάνονται μέσα σε λίγες ώρες.
- της δρα Ζέφης Δημαδάμα, Λέκτορας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος Ένωσης Γυναικών Ελλάδας, Αθήνας
Μαζί με τα παραπάνω επιστρέφει η ίδια συζήτηση, αν δηλαδή υπήρχαν αρκετά εναέρια μέσα, αν έγινε εγκαίρως ο εντοπισμός της πυρκαγιάς, αν πραγματοποιήθηκε άμεσα η εκκένωση, αν οι άνεμοι ήταν ακραίοι, αν η φωτιά μπορούσε τελικά να περιοριστεί.
Δυστυχώς, για ακόμη μία φορά στην Ελλάδα επιβεβαιώνεται με τον πιο σκληρό τρόπο ότι το πρόβλημα παραμένει επίκαιρο και δυσεπίλυτο.
Οι πρόσφατες πυρκαγιές σε Σαλαμίνα, Χαλκιδική και Άνδρο επιβεβαίωσαν για ακόμη μία φορά τη σοβαρότητα του κινδύνου, με ανθρώπινες απώλειες, καταστροφές και εκτεταμένες επιχειρήσεις εκκένωσης και κατάσβεσης. Στις αρχές του μήνα, οι δυνάμεις πυρόσβεσης επιχειρούσαν επί ημέρες στη μεγάλη πυρκαγιά, μια μεγαπυρκαγιά στην Αττικοβοιωτία, αφήνοντας πίσω της τεράστια και ανυπολόγιστη καταστροφή σε μια ήδη ιδιαίτερα επιβαρυμένη περιοχή.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο αποτελεσματικά σβήνουμε μια φωτιά. Αυτό πλέον δεν αρκεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί εξακολουθούμε να οργανώνουμε την Πολιτική Προστασία σαν να έχουμε απέναντί μας τις πυρκαγιές του παρελθόντος.
Ναι, η κλιματική κρίση έχει αλλάξει τους όρους και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Καταγράφονται υψηλές θερμοκρασίες, παρατεταμένη ξηρασία, θυελλώδεις άνεμοι και συσσωρευμένη καύσιμη ύλη, που δημιουργούν συνθήκες στις οποίες μια μικρή εστία μπορεί να εξελιχθεί εξαιρετικά γρήγορα.
Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφόρησης για τις δασικές πυρκαγιές, έως τις 16 Αυγούστου 2026 είχαν καεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 580.000 εκτάρια και είχαν εντοπιστεί 1.664 πυρκαγιές άνω των περίπου 30 εκταρίων. Η έκταση είναι μικρότερη από εκείνη της ίδιας περιόδου του εξαιρετικά καταστροφικού 2025, αλλά παραμένει υπερδιπλάσια του μέσου όρου της τελευταίας εικοσαετίας για τα μέσα Αυγούστου.
Και αυτό συμβαίνει γιατί απέναντι στις σύγχρονες μεγαπυρκαγιές (megafires) -πυρκαγιές εξαιρετικά μεγάλης έντασης και ταχύτητας εξάπλωσης, που μπορούν μέσα σε λίγες ώρες να ξεπεράσουν τις δυνατότητες των μηχανισμών κατάσβεσης και να εξαπλωθούν ανεξέλεγκτα- παραμένουμε χωρίς την απαιτούμενη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Άρα τι πρέπει να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί για τις νέες συνθήκες;
Α) Το πρώτο και ουσιαστικότερο βήμα είναι η πρόληψη. Καθαρισμοί, απομάκρυνση ξερής βιομάζας, συντήρηση δασικών δρόμων, αντιπυρικές ζώνες και προστατευτικές παρεμβάσεις γύρω από κατοικημένες περιοχές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως εποχικές υποχρεώσεις. Χρειάζονται σταθερή χρηματοδότηση, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους, περιφερειών, δήμων και δασικών υπηρεσιών και, κυρίως, έλεγχος του τι πραγματικά γίνεται πριν ξεκινήσει το καλοκαίρι.
Β) Το δεύτερο βήμα αφορά στην ανταπόκριση και στην προετοιμασία της Πολιτικής Προστασίας, η οποία οφείλει να μπορεί να αντιδρά πριν μια αρχική εστία εξελιχθεί σε μεγάλο μέτωπο. Απαιτούνται άμεση ενημέρωση, έγκαιρη κινητοποίηση επίγειων δυνάμεων, εναέριων μέσων, drones και μηχανημάτων έργου, πολύ πριν η πυρκαγιά αποκτήσει έκταση πολλών χιλιομέτρων.
Γ) Και αυτό συνδέεται με ένα τρίτο, ιδιαίτερα κρίσιμο, βήμα που είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Η αξία της δεν βρίσκεται στο ότι θα «σβήνει» τη φωτιά. Η αξία της βρίσκεται στην αξιοποίηση δορυφορικών δεδομένων, αισθητήρων, θερμικών και οπτικών καμερών, πληροφοριών για τον άνεμο, την υγρασία, τη θερμοκρασία, το ανάγλυφο και τη βλάστηση. Τα σύγχρονα συστήματα μπορούν να εντοπίζουν ταχύτερα ύποπτες εστίες και να υποστηρίζουν την πρόβλεψη της εξέλιξης ενός μετώπου ώστε να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση τα πυροσβεστικά μέσα.
Στην Ελλάδα, τα παραπάνω δύναται να υλοποιηθούν με το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», το οποίο έχει ήδη αρχίσει να ενισχύει επιχειρησιακά την Πολιτική Προστασία με νέα οχήματα, μέσα επιτήρησης και εξοπλισμό.
Ωστόσο, το πιο προηγμένο τεχνολογικό σκέλος του -με συστήματα αυτόματης πυρανίχνευσης, τεχνητή νοημοσύνη, αισθητήρες, LiDAR και ολοκληρωμένη επεξεργασία δεδομένων- βρίσκεται ακόμη σε φάση σταδιακής ανάπτυξης και εγκατάστασης.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πανάκεια. Δεν υποκαθιστά την Πολιτεία, τον πυροσβέστη, τη δασική πολιτική, τους καθαρισμούς ούτε, σαφώς, την πολιτική ευθύνη. Μπορεί, όμως, να βοηθήσει την Πολιτική Προστασία να περάσει από τη λογική τού «τρέχουμε πίσω από τη φωτιά» στη λογική τού προβλέπουμε, προετοιμαζόμαστε και επεμβαίνουμε νωρίτερα και στοχευμένα.
Γιατί στη νέα εποχή των μεγαπυρκαγιών, το σημαντικότερο μέσο πυρόσβεσης ίσως δεν είναι μόνο το νερό, αλλά ο χρόνος.

