Κοινωνία

Μύκονος: Παράδεισος και κόλαση μαζί – Όλη η αλήθεια για το Νησί των Ανέμων…

Από τις γραφικές τρέλες μιας παρέας νεαρών Αθηναίων της δεκαετίας του ’50 και τα ρομαντικά αστυνομικά μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή, το Νησί των Ανέμων εξελίχθηκε σε διεθνή τόπο οργίων, με απίστευτη παραβατικότητα. Έχασε τη φυσιογνωμία του, παραδόθηκε στην εύκολη, μαζική, «κιτς» διασκέδαση, έδιωξε τους Έλληνες και μεταλλάχθηκε σε «πριγκιπάτο» Αράβων, Τούρκων, Κινέζων, ατελείωτου «μαύρου χρήματος», μπράβων, ναρκωτικών και πανάκριβης πορνείας…

Με τη Μύκονο τα τελευταία χρόνια συμβαίνει κάτι παράδοξο: Υπάρχουν πολλοί που την κατηγορούν και την ξορκίζουν, αλλά όλοι θα ήθελαν να βρεθούν –έστω για λίγο– στο νησί κάποιο καλοκαίρι, να νιώσουν τη μοναδική της ενέργεια, να απελευθερωθούν και να γίνουν ένα με τον μύθο της, που την κρατάει ζωντανή περίπου 70 χρόνια…

Τη Μύκονο ή τη λατρεύεις ή την απεχθάνεσαι.

Συναισθήματα και συμπεριφορές κινούνται στα άκρα. Παράδεισος και κόλαση μαζί…

Παραδόθηκε στην εύκολη, μαζική, «κιτς» διασκέδαση, έδιωξε τους Έλληνες και μεταλλάχθηκε σε «πριγκιπάτο» Αράβων, Τούρκων, Κινέζων, ατελείωτου «μαύρου χρήματος», μπράβων, ναρκωτικών και πανάκριβης πορνείας.

Η αλήθεια πονάει, αλλά δυστυχώς αυτή είναι.Για τους φίλους του, το νησί έκανε… χαρακίρι. Μέθυσε από τις χιλιάδες πετροδολάρια και έχασε κάθε μέτρο.

Στη Μύκονο δεν μπορεί πια να πάει για διακοπές Έλληνας ούτε καν ξένος με μεσαίο εισόδημα – κανονικά μεσαίο, όχι των 1.000 ευρώ. Δεν μπορεί,επίσης, να πάει όποιος δεν αντέχειτην αισχροκέρδεια και την αλαζονεία. Δεν μπορεί να πάει εκείνος –Έλληνας ή ξένος– ο οποίος έζησε το νησί στις στιλάτες, μποέμ, έξω καρδιά, κοσμοπολίτικες, χύμα και σοφιστικέ, συγχρόνως, εποχές του.

Υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν και λάτρεψαν αυτό το νησί. Βλέπουν τη μετεξέλιξή του και θλίβονται.

Ένας από αυτούς είναι και ο εκδότης Άρης Τερζόπουλος, που μοιράζεται διαδικτυακά με τους φίλους του την οργή του.

«Το πρώτο τραπέζι πίστα χρεώνεται 20.000 ευρώ.Το φουσκωτό για να σε μεταφέρει στον χώρο, ώστε να αποφύγεις τους παπαράτσι, 3.000 ευρώ.Η 15λιτρη χρυσή σαμπάνια ArmanddeBrignac 60.000 ευρώ, το 6λιτρο κρασί Romassan 7.000 ευρώ, το πριβέ τραπέζι οκτώ ατόμων με ένα μπουκάλι σκέτη βότκα χωρίς φρουτάκια ή ξηρούς καρπούς 3.000 ευρώ, μια μπριζόλα και μία φρουτοσαλάτα 500 ευρώ, ένα τζιπ Cherokee ή Wrangler νοικιάζεται για 300 ευρώ την ημέρα, ένα μασάζ στον αυχένα στην παραλία χρεώνεται 60 ευρώ, ένα μοχίτο χωρίς αλκοόλ 17 ευρώ και μία πίτσα δύο ατόμων 18 ευρώ. Το ετήσιο καλοκαιρινό πάρτι του Αντώνη Ρέμου έδωσε αυτές τις ημέρες αφορμή για να γραφτεί ένας σωρός άρθρα στις εφημερίδες. Για τις ξαπλώστρες στις πιο “ιν” παραλίες που χρεώνονται από 400 έως 500 ευρώ, για τα κορίτσια με τα τολμηρά μπικίνι, για τους σκαφάτους, για τους γνωστούς που κάνουν εκεί τις διακοπές τους και για πολλά άλλα. Τι με νοιάζουν εμένα όλα αυτά; Μάλλον καθόλου… Τι με νοιάζει αν κάποιος θέλει να πετάξει 60 χιλιάρικα για να αγοράσει μια σαμπάνια που θα τη χύσει στο πάτωμα; Η Μύκονος έπαψε να είναι αυτό που ήταν εδώ και πολλά χρόνια. Κάποτε μου άρεσε και γι’ αυτό είχα φτιάξει και ένα σπίτι εκεί, το 1982. Νόμιζα πως, αν μου το επέτρεπαν οι δουλειές μου, θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Με τον καιρό διαπίστωσα ότι δεν θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Η Μύκονος άρχισε να αλλάζει ριζικά από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν χτίστηκε μαζικά και γέμισε με μεγάλες και εντυπωσιακές βίλες.

Ήταν τα καινούργια τζάκια που ανακάλυπταν τη Μύκονο. Όμως, ένας περιορισμένος χώρος, όπως είναι η έκταση της Μυκόνου, αν χτιστεί παραπάνω από ένα όριο, αλλάζει και η φυσιογνωμία και η ατμόσφαιρά του. Το χτίσιμο των καινούργιων σπιτιών μεταβλήθηκε σε έναν ανταγωνισμό επίδειξης γούστου –καλό αυτό– και σε έναν ανταγωνισμό επίδειξης πλούτου – κακό αυτό. Οι σκαφάτοι τράβηξαν μαζί τους τις πεταλούδες της ημέρας και της νύχτας, που έψαχναν έναν καλό “χορηγό” και –γιατί όχι;– έναν καλό γάμο (θεμιτά και τα δύο). Τα όμορφα κορίτσια τράβηξαν τα αγόρια –όμορφα ή όχι– που ήθελαν να πάρουν μια δόση από τα όμορφα κορίτσια, όταν δεν ήταν απασχολημένα με τους χορηγούς.

Φέτος ήταν και πάλι η χρονιά των Αράβων, οπότε το χρώμα έγινε και πιο κιτσάτο. Και δεν είναι ο ίδιος ή ο πλούτος που ενοχλεί. Εκείνο που ενοχλεί είναι η χυδαία επίδειξή του. Και ιδίως σε αυτήν την εποχή, της κρίσης και των αυτοκτονιών. Δεν γίνεται να χύνονται σαμπάνιες των εξήντα χιλιάδων στο πάτωμα με ενάμισι εκατομμύριο ανέργους. Οπότε το πέσιμο στη Μύκονο είναι όχι μόνο δίκαιο αλλά και επιβεβλημένο. Τώρα, θα μου πεις, σε πειράζει τόσο που η Μύκονος κάνει τις εισπράξεις που δεν μπορεί να κάνει κανένα άλλο νησί; Όχι, δεν με πειράζει και μακάρι να υπήρχαν εκατό προορισμοί σαν τη Μύκονο, που να μπορούσαν να προσελκύσουν το μεγάλο κεφάλαιο και αυτούς που ξοδεύουν αλόγιστα. Και αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει, γιατί η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι ο Νο 1 τουριστικός προορισμός στον κόσμο, γιατί έχει όλα τα προσόντα γι’ αυτό και για να προσελκύσει υψηλών προδιαγραφών επισκέπτες. Πειράζει η επίδειξη του πλούτου, ειδικά αυτήν την εποχή. Και η φτήνια αυτής της νομενκλατούρας. Ας είναι…

Ο θρυλικός κοσμικογράφος Ζάχου Χατζηφωτίου έριξε προ πολλού μαύρη πέτρα πίσω του, όταν τη δεκαετία του ’90 “πλάκωσαν οι Γύφτοι και τα πρώην λιγούρια-νυν νεόπλουτοι”, όπως έλεγε, “και μαγάρισαν το νησί”. Αν φυσικά ερχόταν σήμερα –που αποκλείεται–, θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρουσα η γκάμα των γαλλικών που θα αντάλλασσε με τους μαγαζάτορες που θα του ζητούσαν μίνιμουμ κατανάλωση για τραπέζι 5.000 ευρώ.

Όταν κάποτε κατέβηκαν με τις βάρκες στη Μύκονο οι πρώτοι Αθηναίοι επισκέπτες, ένιωθαν περίπου σαν Αρειανοί. Έτσι τους αντιμετώπιζαν και οι ντόπιοι, που έβλεπαν για πρώτη φορά τουρίστες στο νησί. Πενήντα χρόνια τουριστικής ανάπτυξης μετά και αφού πλάκωσε όλος ο πλανήτης σε αυτά τα λίγα μέτρα βράχου, κάθε Έλληνας επισκέπτης της Μυκόνου νιώθει πάλι σαν Αρειανός και κάπως έτσι τους θεωρούν και οι ντόπιοι. Ένα ξένο σώμα σε ένα νησί γεμάτο ξένους, στο οποίο κάθε Έλληνας, εκτός από δακτυλοδεικτούμενος, νιώθει και τιμωρημένος. Κάποτε η Μύκονος ήταν γεμάτη Έλληνες γι’ αυτό που είναι και, αφού την τάισαν μέχρι σκασμού, είδαν την πόρτα εξόδου γι’ αυτό που έγινε. Κάποτε θεωρούσαν –αδίκως– τρελούς όσους πήγαιναν στο ξερονήσι και δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν.

Η Μύκονος,δυστυχώς, προσάρμοσε την ταυτότητά της σε όποιον περαστικό τής τρίβει στο κούτελο ευρω-δολάρια, αν και το τίμημα είναι ο αφελληνισμός ενός νησιού που έμεινε στην Ιστορία ως συνώνυμο της ελληνικής αυθεντικότητας».

του Δημήτρη Σταυρόπουλου

Όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παρασκήνιο» το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Σχολιάστε ...

ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

Κάντε κλικ στο εξώφυλλο και διαβάστε την τελευταία έκδοση της Εφημερίδας «Παρασκήνιο» σε μορφή PDF

NEWSLETTER


Focus-On


Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

Karfitsa